Μάθημα 21ο: Η έννοια της σχετικής υπεραξίας

21ο ΜΑΘΗΜΑ
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ

Στην ανάλυση που προηγήθηκε, στο 3ο μέρος του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου με τίτλο «Η παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας», ο Μαρξ υπέθεσε ότι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας, δηλαδή το μέρος της εργάσιμης ημέρας κατά το οποίο αναπληρώνεται η αξία της εργασιακής δύναμης, την οποία νοικιάζει και εκμεταλλεύεται περιοδικά το κεφάλαιο, είναι σταθερός. Όπως είδαμε, σε αυτή την περίπτωση, το ποσοστό της υπεραξίας εξαρτάται από τον επιπλέον χρόνο εργασίας που δουλεύει ο εργάτης, ο οποίος ορίστηκε από τον Μαρξ ως χρόνος υπερεργασίας και ο οποίος είναι μεταβλητός. Αντίστοιχα, επίσης μεταβλητή θεωρούσε ο Μαρξ και την συνολική εργάσιμη ημέρα.

Στη συνέχεια, όμως, ο Μαρξ κινείται διαφορετικά, θέλοντας πλέον να εξετάσει αυτό που ο ίδιος ονομάζει σχετική υπεραξία. Υποθέτει ότι η εργάσιμη ημέρα έχει δεδομένο μέγεθος, έστω αγ, όπως δεδομένη είναι και η αναλογία ανάμεσα στην αναγκαία εργασία και την υπερεργασία (βλ. βαθμός εκμετάλλευσης), και θέτει το ερώτημα: «πώς μπορεί λοιπόν ν’ αυξηθεί η παραγωγή υπεραξίας, δηλ. να παραταθεί η υπερεργασία, χωρίς καμία παραπέρα παράταση του αγ ή ανεξάρτητα από κάθε παραπέρα παράτασή του»;[1] Ποιά, με άλλα λόγια, μπορεί να είναι η απάντηση της καπιταλιστικής τάξης σε περιόδους αυξημένης ταξικής πάλης ή εφαρμογής μακροπρόθεσμων κρατικών πολιτικών διαχείρισης της εργασιακής δύναμης, που βάζουν φρένο στην ανεξέλεγκτη επέκταση της εργάσιμης ημέρας;

Έστω εργάσιμη ημέρα σταθερής διάρκειας 12 ωρών:

α – – – – – – β – – – – – – γ

Το ευθύγραμμο τμήμα αγ παριστάνει την 12ώρη εργάσιμη ημέρα, η οποία διαρείται σε δύο μέρη, κατά τα γνωστά: σε 6 ώρες αναγκαίας εργασίας (τμήμα αβ) και σε 6 ώρες υπερεργασίας (τμήμα βγ).

Το διάστημα υπερεργασίας βγ θα μπορούσε να παραταθεί, σύμφωνα με το Μαρξ, όχι μέσω της αύξησης του μεγέθους της εργάσιμης μέρας, δηλαδή με την επέκταση του τμήματος αγ πέρα από το τελικό σημείο του γ, αλλά, αντίθετα, με την μετατόπιση του β προς το α, έστω κατά 2 ώρες:

α – – – – β΄ – – – – – – – –  γ

Έτσι προκύπτει μια εργάσιμη μέρα, ίσης συνολικής διάρκειας με πριν (12 ώρες), όπου το διάστημα β’γ αντιστοιχεί στον νέο, επαυξημένο, χρόνο υπερεργασίας (β΄γ = 8 ώρες > βγ = 6 ώρες ). Είναι προφανές ότι σε μια τέτοια περίπτωση, παρότι οι συνολικές ώρες εργασίας που εκμεταλλεύεται ο καπιταλιστής παραμένουν σταθερές, εντούτοις αυξάνεται ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης ή, το ποσοστό υπεραξίας. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα της 12ωρης εργάσιμης ημέρας, αρχικά είχαμε:

Ενώ στην συνέχεια, όταν πλέον έχει συντελεστεί η μείωση της διάρκειας της αναγκαίας εργασίας:

Πράγματι, «στην παράταση της υπερεργασίας θ’ αντιστοιχούσε στην περίπτωση αυτή η συντόμευση της αναγκαίας εργασίας, ή ένα μέρος του εργάσιμου χρόνου, που ως τώρα ο εργάτης το αναλώνει στην πραγματικότητα για τον εαυτό του, μετατρέπεται σε χρόνο εργασίας για τον κεφαλαιοκράτη».[2]

Ο Μαρξ μας λέει ότι ένας τρόπος για να πετύχουν τα αφεντικά τη μείωση της αναγκαίας εργασίας και την αύξηση της υπερεργασίας είναι να ελαττώσουν το μισθό του εργάτη κάτω από την αξία της εργασιακής του δύναμης που καταναλώνεται κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, με αποτέλεσμα οι εργάτες να έχουν στη διάθεσή τους λιγότερα μέσα συντήρησης σε σχέση με πριν και συνεπώς να επιτυγχάνουν μια μερική, μόνο, ικανοποίηση των αναγκών τους και άρα μια μερική αναπλήρωση της εργασιακής τους δύναμης. Κάτι τέτοιο, όμως, αν και ενίοτε παρατηρείται στην πραγματική διακύμανση του ονομαστικού μισθού –η πολυετής εφαρμογή εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα σήμερα αν μη τι άλλο αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας συντονισμένης στρατηγικής υποτίμησης κι εν τέλει απαξίωσης της εργασιακής δύναμης–, δεν εξετάζεται περαιτέρω από τον Μαρξ, καθώς αυτός, όπως ξέρουμε, θέλοντας να αποδομήσει τις βασικές αρχές της αστικής πολιτικής οικονομίας, θέτει ως αφετηριακό σημείο της ανάλυσής του την παραδοχή ότι όλα τα εμπορεύματα, επομένως και το εμπόρευμα εργασιακή δύναμη, ανταλλάσονται στην αξία τους – όπως, δηλαδή, ισχυρίζονταν οι αστοί οικονομολόγοι.

Λαμβάνοντας υπόψη τον παραπάνω θεωρητικό περιορισμό, ο μόνος τρόπος για να μειωθεί το διάστημα της αναγκαίας εργασίας και ταυτόχρονα το εμπόρευμα εργασιακή δύναμη να εξακολουθεί να ανταλλάσεται στην αξία του, είναι να μειωθεί η ίδια η αξία της εργασιακής δύναμης. Προκειμένου να εξετάσει περαιτέρω τις συνθήκες μέσω των οποίων μειώνεται η τελευταία, ο Μαρξ, κατά τη γνωστή του τακτική να μελετάει τις επιπτώσεις της μεταβολής μόνο μίας μεταβλητής κάθε φορά σε ένα δεδομένο μέγεθος, κρατώντας ταυτόχρονα τις υπόλοιπες μεταβλητές σταθερές, προβαίνει σε μια διπλή, μάλλον αμφισβητίσημη, υπόθεση. Αφενός ότι η αξία της εργασιακής δύναμης ισούται με την αξία των μέσων συντήρησης που καταναλώνει ο μέσος εργάτης,[3] αφετέρου ότι η ποσότητα των απαιτούμενων μέσων συντήρησης είναι σταθερή σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο.[4] Μόνο εφόσον θεωρηθεί δεδομένη η παραπάνω αξίωση, θεμελιώνεται λογικά η μαρξική θέση ότι η μείωση της αξίας (ενός μέρους) των μέσων συντήρησης των εργατ(ρι)ών συνεπάγεται την ταυτόχρονη μείωση του χρόνου αναγκαίας εργασίας. Στις επόμενες παραγράφους θα ακολουθήσουμε το παραπάνω μαρξικό πλαίσιο ανάλυσης, για να επανέλθουμε με κριτικά σχόλια στο τέλος της εισήγησης.

Έστω ότι η ημερήσια αξία της εργασιακής δύναμης είναι 60 ευρώ. Αυτή αντιστοιχεί στην αξία όλων των μέσων συντήρησης που είναι απαραίτητα, όπως ρούχα, φαγητό, στέγαση, βιβλία κλπ. Έστω, επίσης, ότι μία ώρα αναγκαίας εργασίας αντιστοιχεί σε ονομαστικό ωρομίσθιο 10 ευρώ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας που απαιτείται για την αναπλήρωση της αξίας της εργασιακής δύναμης καθημερινά είναι 6 ώρες (6 × 10 ευρώ = 60 ευρώ). Εάν, επιπλέον, υποθέσουμε ότι η εργάσιμη ημέρα διαρκεί 12 ώρες, όπως κάναμε προηγουμένως, τότε ο χρόνος υπερεργασίας είναι 12 − 6 = 6 ώρες, το δε ποσοστό υπεραξίας, κατά τα γνωστά, ισούται με:

Θεωρώντας ωρομίσθιο ίσο με 10 ευρώ/ώρα αναγκαίας εργασίας, αν η αξία των ίδιων μέσων συντήρησης, άρα και της εργασιακής δύναμης, πέσει στα 40 ευρώ (από 60 ευρώ), τότε ο χρόνος αναγκαίας εργασίας μειώνεται σε 4 (από 6) ώρες εργασίας, αφού:

 

Σε αυτή την περίπτωση, ο χρόνος υπερεργασίας αυξάνεται σε 12 − 4 = 8 ώρες (από 6) και το ποσοστό υπεραξίας που προκύπτει εκτινάσσεται σε:

Έχοντας πλέον εξετάσει τους δύο τρόπους παραγωγής υπεραξίας, ο Μαρξ κάνει την εξής διάκριση:

Την υπεραξία που παράγεται με την παράταση της εργάσιμης ημέρας την ονομάζω απόλυτη υπεραξία. Αντίθετα την υπεραξία που προκύπτει από τη συντόμευση του αναγκαίου χρόνου εργασίας και από την αντίστοιχη αλλαγή στη σχέση των μεγεθών των δύο συστατικών μερών της εργάσιμης ημέρας την ονομάζω σχετική υπεραξία.[5]

Προκειμένου να αντληθεί σχετική υπεραξία μέσω της πτώσης της αξίας της εργασιακής δύναμης ή –πράγμα που είναι το ίδιο– μέσω της μείωσης του χρόνου αναγκαίας εργασίας, πρέπει να παράγεται μεγαλύτερη μάζα μέσων συντήρησης, στην μονάδα του χρόνου, από ό,τι προηγουμένως. Απαραίτητος όρος, επομένως, είναι η αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας.

Κάτι τέτοιο είναι εφικτό με τρεις τρόπους, μας λέει ο Μαρξ:

  1. Είτε μέσω της τεχνολογικής βελτίωσης των μέσων εργασίας (πχ. με την χρήση πιο εξελιγμένων μηχανών στην σφαίρα της παραγωγής)
  2. Είτε με τη βελτίωση της μεθόδου εργασίας (πχ. εισαγωγή της αλυσίδας παραγωγής και μείωση των «κενών διαστημάτων»)
  3. Είτε, τέλος, με ένα συνδυασμό των δύο παραπάνω παραγόντων.

Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται επανάσταση στους όρους παραγωγής και ανατροπή των τεχνικών και κοινωνικών όρων της εργασιακής διαδικασίας, έτσι ώστε να περιτμηθεί ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας για την παραγωγή εμπορευμάτων και, ως εκ τούτου, να παράγονται περισσότερες αξίες χρήσης στη μονάδα του χρόνου.[6]

Ο Μαρξ διευκρινίζει ως προς τα παραπάνω ότι για να έχει επίδραση η αύξηση της παραγωγικής δύναμης στην αξία της εργασιακής δύναμης, θα πρέπει αυτή να αγκαλιάσει συγκεκριμένους κλάδους, εκείνους δηλαδή που προσφέρουν τα υλικά στοιχεία του σταθερού κεφαλαίου, τα μέσα εργασίας και το υλικό εργασίας για την παραγωγή των αναγκαίων μέσων συντήρησης. Θα πρέπει, δηλαδή, να αυξηθεί η παραγωγικότητα εκείνης της εργασίας που παράγει αφενός διαρκή και μη διαρκή μισθιακά εμπορεύματα και αφετέρου μέσα παραγωγής (κεφαλαιουχικά αγαθά) που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τέτοιων μισθιακών εμπορευμάτων.[7] Αντίθετα, «στους κλάδους παραγωγής που δεν προσφέρουν ούτε αναγκαία μέσα συντήρησης, ούτε μέσα παραγωγής για την κατασκευή τους, η αυξημένη παραγωγική δύναμη αφήνει άθικτη την αξία της εργασιακής δύναμης».[8]

Είναι προφανές ότι επειδή η αξία της εργασιακής δύναμης καθορίζεται, σύμφωνα με τον Μαρξ, από το σύνολο των μέσων συντήρησης και όχι μόνο από ένα ή δύο, όπως το γάλα ας πούμε ή το ηλεκτρικό, η αύξηση της παραγωγικότητας σε έναν επιμέρους κλάδο, τη μειώνει μόνο αναλογικά, μόνο δηλαδή στην αναλογία που συμμετέχει στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Η δε συνολική μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης ισούται με το άθροισμα των συντομεύσεων του χρόνου εργασίας σε κάθε ξεχωριστό κλάδο παραγωγής.

Ας σημειωθεί εδώ ότι ο κάθε ατομικός καπιταλιστής που δραστηριοποιείται σε έναν συγκεκριμένο κλάδο παραγωγής, πχ. παρασκευής γιαουρτιού, «δεν βάζει σε καμία περίπτωση ως σκοπό να μειώσει pro tanto [αναλογικά] την αξία της εργασιακής δύναμης κι επομένως τον αναγκαίο χρόνο εργασίας, αλλά μόνο στο μέτρο που τελικά συμβάλλει στην επίτευξη αυτού του αποτελέσματος, συμβάλλει στην αύξηση του γενικού ποσοστού της υπεραξίας».[9] Σύμφωνα με τον Μαρξ «πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στις γενικές και αναγκαίες τάσεις του κεφαλαίου και στις μορφές εμφάνισης τους (Erscheinungsformen)».[10] Και είναι οι εσωτερικοί νόμοι της καπιταλιστικής παραγωγής, όπως ο νόμος της αξίας ή η τάση για αύξηση του γενικού ποσοστού υπεραξίας, που εμφανίζονται, στην εξωτερική κίνηση των κεφαλαίων, ως αναγκαστικοί νόμοι του ανταγωνισμού και τους οποίους συνειδητοποιεί ως κίνητρο ο εκάστοτε ατομικός καπιταλιστής, προκειμένου να μειώσει την αξία των εμπορευμάτων που ο ίδιος παράγει.

Βλέπουμε, λοιπόν, να εισάγεται από τον Μαρξ, για πρώτη φορά στο Κεφάλαιο, η έννοια του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού, ως μία από τις μορφές εμφάνισης των εγγενώς αντιφατικών τάσεων της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης. Αν και ο Μαρξ δεν επεκτείνεται περισσότερο στο παρόν κεφάλαιο, στη συνέχεια θα δείξει ότι πηγή του διαρκούς ανταγωνισμού μεταξύ των ατομικών καπιταλιστών προκειμένου να αποσπάσουν μεγαλύτερο μερίδιο από την κοινωνικά παραγόμενη υπεραξία, είναι ο, επίσης διαρκής, ανταγωνισμός μεταξύ των κεφαλαιοκρατών και της εργατικής τάξης, της οποίας την εργασία μισθώνουν.

Ας εξετάσουμε την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας πιο αναλυτικά με ένα παράδειγμα. Έστω ότι μια ώρα εργασίας παρασταίνεται με 10 ευρώ. Άρα κατά τη διάρκεια μιας 12ωρης εργάσιμης ημέρας παράγεται αξία ίση με 120 ευρώ. Έστω επίσης ότι σε αυτές τις 12 ώρες παράγονται 12 τεμάχια ενός εμπορεύματος και ότι η αξία των πρώτων υλών και των μηχανών που καταναλώνονται κατά την παραγωγή του κάθε τεμαχίου είναι 10 ευρώ. Τότε η συνολική αξία του κάθε ενός από τα 12 τεμάχια που κατασκευάζονται ισούται με 20 ευρώ (βλ. 120/12 + 10 = 10 +10 = 20 ευρώ). Τα μεν πρώτα 10 ευρώ/τμχ αντιστοιχούν στην νέα αξία, ενώ τα υπόλοιπα 10 ευρώ αντιστοιχούν στην παλιά αξία που μεταφέρεται στο εμπόρευμα (πχ. φθορά μέσων παραγωγής, πρώτες ύλες).

Έστω, τώρα, ότι κάποιος καπιταλιστής, προκειμένου να αντιμετωπίσει την απειθαρχία στο χώρο εργασίας, βελτιώνει τον τρόπο παραγωγής εκμηχανίζοντας μέρος αυτής και αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας πάνω από τον μέσο κοινωνικό της όρο, επιτυγχάνοντας την παραγωγή διπλάσιας μάζας εμπορευμάτων, στις ίδιες ώρες εργασίας. Σε αυτή την περίπτωση παράγονται 24 τεμάχια. Θεωρώντας ότι η αξία των πρώτων υλών και των μέσων παραγωγής δεν μεταβλήθηκε, προκύπτει ότι η ατομική αξία του κάθε εμπορεύματος πλέον θα ισούται με 15 ευρώ/τμχ (βλ. 120/24 + 10 = 5 + 10 = 15 ευρώ/τμχ), άρα η αξία του θα είναι μικρότερη από αυτή που είχε πριν (βλ. 20 ευρώ/τμχ). Επομένως, αν και στο σύνολο της εργάσιμης ημέρας η μάζα της συνολικής αξίας παραμένει σταθερή και ίση με 120 ευρώ (24 τμχ × 15 ευρώ/τμχ), σε αυτήν αντιστοιχούν περισσότερα εμπορεύματα (24 από 12) και άρα «η τελευταία κατανέμεται τώρα σε διπλάσιο αριθμό εμπορευμάτων».[11]

Είναι γνωστό ότι «η πραγματική αξία ενός εμπορεύματος όμως δεν είναι η ατομική του, αλλά η κοινωνική του αξία, δηλαδή δεν μετριέται με τον χρόνο εργασίας που στοιχίζει πραγματικά στον παραγωγό στην κάθε περίπτωση χωριστά, αλλά με το χρόνο εργασίας που απαιτείται κοινωνικά για την παραγωγή του».[12] Στο παράδειγμά μας, η κοινωνική αξία ισούται με 20 ευρώ, ενώ η ατομική με 15 ευρώ, γεγονός που επιτρέπει στον ατομικό καταπιταλιστή, ο οποίος πέτυχε να αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας που αυτός εκμεταλλεύεται πάνω από τον μέσο κοινωνικό όρο της, να καρπωθεί επιπλέον 5 ευρώ υπεραξία ανά τεμάχιο.

Επειδή όμως έχει διπλασιάσει την παραγωγή του, πρέπει να διπλασιάσει και το μερίδιό του στην αγορά. Όπως επισημαίνει ο Μαρξ, «όταν όλοι οι άλλοι όροι μείνουν αμετάβλητοι τα εμπορεύματά του μπορούν να κατακτήσουν μεγαλύτερο χώρο αγοράς μόνο με την σύμπτυξη των τιμών τους».[13] Έστω ότι ο καπιταλιστής του παραδείγματός μας αποφασίζει να πουλήσει το κάθε τεμάχιο κάτω από την κοινωνική του αξία, πάνω όμως από την ατομική του, πχ. στα 16 ευρώ, αντλώντας με αυτό τον τρόπο 1 ευρώ επιπλέον υπεραξία ανά τεμάχιο.

Η «αύξηση αυτής της υπεραξίας πραματοποιείται γι’ αυτόν ανεξάρτητα από το αν το εμπόρευμα του ανήκει ή όχι στον κύκλο των αναγκαίων μέσων συντήρησης κι επομένως από το αν μπαίνει ή όχι ως καθοριστικός παράγοντας στη γενική αξία της εργασιακής δύναμης».[14] Ωστόσο, συμπληρώνει ευθύς αμέσως ο Μαρξ, «ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση η αυξημένη παραγωγή υπεραξίας πηγάζει από την μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας και την αντίστοιχη παράταση της υπερεργασίας».[15]

Πράγματι, αφού παράγονται 24 τεμάχια στις 12 ώρες εργασίας, τα οποία εν συνεχεία πωλούνται προς 16 ευρώ το τεμάχιο, συνολικά παράγεται αξία που αντιστοιχεί σε 24 × 16 = 384 ευρώ. Αφού, όπως είδαμε, η αξία των μέσων παραγωγής και των πρώτων υλών που καταναλώνονται ισούται με 10 ευρώ ανά τεμάχιο, η νέα αξία που παράγεται, κατά την βελτιωμένη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου, είναι ίση με:

384 − 24 × 10 = 384 − 240 = 144 ευρώ

Θεωρώντας ότι ο χρόνος αναγκαίας εργασίας είναι 6 ώρες/ημέρα ή, με άλλα λόγια, ότι η αξία της εργασιακής δύναμης είναι ίση με: 6 × 10 = 60 ευρώ συμπεραίνουμε ότι η υπερεργασία που ιδιοποιείται ο καπιταλιστής πλέον παρασταίνεται σε 144 − 60 = 84 ευρώ (από 60 ευρώ αρχικά). Με άλλα λόγια αντιστοιχεί σε εργασία 8,4 ωρών (από 6). Συνακόλουθα, η αναλογία μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας (ή αλλιώς το ποσοστό υπεραξίας ή ο βαθμός εκμετάλλευσης) αυξήθηκε σημαντικά: ενώ με κοινωνικούς όρους ισούται με 6:6, δηλαλή με 1:1, αυξήθηκε στο παράδειγμά μας σε 8,4:6 ή σε 1,4:1.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο:

ο κεφαλαιοκράτης που εφαρμόζει τον βελτιωμένο τρόπο παραγωγής ιδιοποιείται επομένως με την μορφή υπερεργασίας ένα μεγαλύτερο μέρος της εργάσιμης ημέρας, από ό,τι οι υπόλοιποι κεφαλαιοκράτες του ίδιου κλάδου. Κάνει ατομικά αυτό που κάνει γενικά το κεφάλαιο κατά την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας. Από την άλλη μεριά όμως η πρόσθετη αυτή υπεραξία εξαφανίζεται από τη στιγμή που γενικεύεται ο νέος τρόπος παραγωγής και μαζί της εξαφανίζεται η διαφορά ανάμεσα στην ατομική αξία των εμπορευμάτων που παράγονται φθηνότερα και στην κοινωνική τους αξία. Ο ίδιος νόμος του καθορισμού της αξίας από το χρόνο εργασίας, που στον κεφαλαιοκράτη που εφαρμόζει την νέα μέθοδο γίνεται αισθητός με την μορφή σύμφωνα με την οποία αυτός είναι υποχρεωμένος να πουλάει το εμπόρευμά του κάτω από την κοινωνική του αξία, σπρώχνει τους ανταγωνιστές του, ως αναγκαστικός νόμος του ανταγωνισμού, να εισαγάγουν τον νέο τρόπο παραγωγής.[16]

Ιδού λοιπόν με ποιο τρόπο, μέσω της κίνησης αξιοποίησης των μερικών, επιμέρους κεφαλαίων σύμφωνα με την εσωτερική λογική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ωφελείται το συνολικό, κοινωνικό κεφάλαιο. Ιδού πως, «εσωτερικό κίνητρο και μόνιμη τάση του κεφαλαίου είναι να ανυψώνει την παραγωγική δύναμη της εργασίας, για να φτηναίνει τα εμπορεύματα και με το φτήναιμα των εμπορευμάτων να φτηναίνει τον ίδιο τον εργάτη».[17]

Άλλωστε, τον καπιταλιστή:

δεν τον ενδιαφέρει η απόλυτη αξία του εμπορεύματος καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν. Αυτόν τον ενδιαφέρει μόνο η υπεραξία που εμπεριέχεται στο εμπόρευμα και που μπορεί να πραγματοποιηθεί με την πώλησή του. Η πραγματοποίηση της υπεραξίας περιλαμβάνει από μόνη της την αναπλήρωση της προκαταβληθείσας αξίας. Επειδή όμως η σχετική υπεραξία αυξάνεται ευθέως ανάλογα προς την ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, ενώ η αξία των εμπορευμάτων πέφτει αντιστρόφως ανάλογα προς αυτή την ανάπτυξη, επειδή επομένως η ίδια διαδικασία φτηναίνει τα εμπορεύματα και αυξάνει την υπεραξία που περιέχουν, λύνεται το αίνιγμα για ποιο λόγο ο κεφαλαιοκράτης που νοιάζεται μόνο για την παραγωγή ανταλλακτικής αξίας, τείνει πάντα να μειώνει την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων του… Στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή λοιπόν η εξοικονόμηση εργασίας με την ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας δεν αποβλέπει καθόλου στη συντόμευση της εργάσιμης ημέρας. Αποβλέπει μόνο στην μείωση του χρόνου εργασίας που είναι αναγκαίος για να παραγωγή μιας ορισμένης ποσότητας εμπορευμάτων… Η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας μέσα στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή έχει σκοπό να συντομεύσει το μέρος της εργάσιμης ημέρας που ο εργάτης εργάζεται για τον ίδιο τον εαυτό του, για να παρατείνει ίσα-ίσα έτσι το άλλο μέρος της εργάσιμης ημέρας που εργάζεται δωρεάν για τον κεφαλαιοκράτη.[18]

Κατά πόσο το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς να φτηνήνουν τα εμπορεύματα, θα φανεί, μας λέει ο Μαρξ, από τις ιδιαίτερες μεθόδους παραγωγής της σχετικής υπεραξίας, δηλαδή από την ανάπτυξη της συνεργασίας, τη γενίκευση του καταμερισμού της εργασίας και την εδραίωση της εκμηχανισμένης της παραγωγής.

 

Η αναγκαία, μεθοδολογικά σταθερή, προϋπόθεση που δεν ρευστοποιήθηκε: από την σχέση εκμετάλλευσης στην ταξική πάλη

Όπως ήδη είδαμε, προκειμένου να αναπτύξει το επιχείρημά του, ο Μαρξ εκκινεί από την υπόθεση ότι η αξία της εργασιακής δύναμης ισούται με την αξία των μέσων συντήρησης που καταναλώνει ο μέσος εργάτης και ότι η ποσότητα των απαιτούμενων μέσων συντήρησης, άρα και η αξία της μέσης εργασιακής δύναμης, είναι σταθερή σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο.

Την παραπάνω άποψη, ότι δηλαδή η αξία της εργασιακής δύναμης είναι δεδομένη και ισούται με την αξία των μέσων συντήρησης που καταναλώνει ο μέσος εργάτης, υποστήριζαν οι αστοί οικονομολόγοι, μεταξύ άλλων κι ο Ρικάρντο, από τον οποίο την δανείστηκε ο Μαρξ. Για τους φυσιοκράτες το ύψος του μισθού συσχετιζόταν μόνο με το απόλυτο μέγεθος του πληθυσμού, καθώς μια μείωση αυτού, άρα μια μείωση από την πλευρά της προσφοράς ανθρώπινης εργασίας, ισχυρίζονταν, οδηγούσε σε άνοδο των ημερομισθίων. Αυτή η αυξητική τάση, με τη σειρά της, αποτελούσε κίνητρο για την αύξηση των γεννήσεων και καθώς η προσφορά ανθρώπινης εργασίας μεγάλωνε, τα ημερομίσθια συμπιέζονταν προς τα κάτω, οδηγώντας, υποτίθεται, σε μια νέα κατάσταση ισορροπίας. Ο Μαρξ αν και διαφοροποιήθηκε από τη γραμμή σκέψης των φυσιοκρατών οικονομολόγων, κάνοντας λόγο, όπως θα δούμε σε επόμενο μάθημα, για σχετικό και όχι απόλυτο υπερπληθυσμό, εν τούτοις στο Κεφάλαιο και στα προπαρασκευαστικά χειρόγραφά του δεν οδηγήθηκε σε πλήρη ρήξη μαζί της. Πράγματι, σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τις Θεωρίες για την Υπεραξία, αναφερόμενος στους φυσιοκράτες οικονομολόγους, σημειώνει ότι:

Ως εμπόρευμα, ο καθορισμός της αξίας της εργασιακής δύναμης έχει ουσιαστική σημασία. Η αξία αυτή είναι ίση με το χρόνο εργασίας που απαιτείται για να παραχθούν τα μέσα συντήρησης για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, ή ίση με την τιμή των αναγκαίων για την ύπαρξη του εργάτη, ως εργάτη, μέσων συντήρησης. Μόνο πάνω σε αυτή τη βάση σημειώνεται διαφορά ανάμεσα στην αξία και στην αξιοποίηση της εργασιακής δύναμης, μια διαφορά που δεν υπάρχει σε κανένα άλλο εμπόρευμα, γιατί η αξία χρήσης, επομένως και η χρήση κανενός άλλου εμπορεύματος δεν μπορεί να αυξάνει την ανταλλακτική του αξία ή τις ανταλλακτικές αξίες που προκύπτουν από αυτό. Βάση, επομένως, για τη σύγχρονη πολιτική οικονομία, που ασχολείται με την ανάλυση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, είναι να αντιλαμβάνεται την αξία της εργασιακής δύναμης ως κάτι το πάγιο, ως δεδομένο μέγεθος – πράγμα εξάλλου που είναι στην πράξη σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Γι’ αυτό σωστά το κατώτατο όριο (Minimum) του μισθού αποτελεί τον άξονα της διδασκαλίας των φυσιοκρατών. Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν ακόμα κατανοήσει τη φύση της ίδιας της αξίας, μπόρεσαν να κάνουν αυτήν τη διαπίστωση, γιατί αυτή η αξία της εργασιακής δύναμης παρασταίνεται με την τιμή των αναγκαίων μέσων συντήρησης, επομένως με μια ποσότητα συγκεκριμένων αξιών χρήσης. Γι’ αυτό, χωρίς να έχουν αποσαφηνίσει τη φύση της αξίας γενικά, μπόρεσαν να δουν την αξία της εργασιακής δύναμης σαν ένα καθορισμένο μέγεθος, εφόσον αυτό ήταν απαραίτητο για τις έρευνές τους.[19]

Επομένως, για τον Μαρξ η υπόθεση μιας πάγιας και δεδομένου μεγέθους αξίας της εργασιακής δύναμης που παρασταίνεται σε μια ποσότητα συγκεκριμένων αξιών χρήσης, αποτελούσε ένα καταρχάς λογικό σημείο εκκίνησης για την εξέταση των ενδογενών νόμων της καπιταλιστικής παραγωγής, ενώ συγχρόνως θεωρούσε ορθά τα συμπεράσματα που θα προέκυπταν από μια τέτοια μεθοδολογική επιλογή, έστω σε ένα πρώτο αφηρημένο πλαίσιο έκθεσης των βασικών εννοιών/κατηγοριών.[20] Γι’ αυτό άλλωστε και ο ίδιος ακολούθησε ταυτόσημη προσέγγιση: το ότι η αξία της εργασιακής δύναμης ακολουθούσε αυτοματικά το μέγεθος της αξίας των αναγκαίων μισθιακών εμπορευμάτων αποτελούσε εκείνη την λογική προϋπόθεση που επέτρεψε στον Μαρξ να αναλύσει την άντληση της σχετικής υπεραξίας. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, αν δηλαδή η περίοδος της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας (αβ) ήταν μια ανεξάρτητη μεταβλητή που δεν επικαθοριζόταν από τις τεχνολογικές ή άλλες καινοτομίες στη σφαίρα μεταφοράς και δημιουργίας νέας αξίας, το μαρξικό επιχείρημα θα παρέμενε αθεμελίωτο λογικά.

Παρόλα αυτά, ο Μαρξ γνώριζε ότι η ανάλυση των καπιταλιστικών σχέσεων δεν θα μπορούσε να εξαντληθεί σε αυτό το πρώτο, αφαιρετικό επίπεδο ανάλυσης. Έτσι, στα Grundrisse θα σημειώσει τα εξής:

Για την ώρα υποθέτουμε την αναγκαία εργασία ως τέτοια· ότι δηλαδή ο εργάτης εισπράττει πάντα μόνο το αναγκαίο ελάχιστο όριο του μισθού. Η υπόθεση αυτή είναι φυσικά απαραίτητη για να εξακριβωθούν οι νόμοι του κέρδους, στο μέτρο που δεν καθορίζονται από την άνοδο και πτώση του εργατικού μισθού ή από την επίδραση της γαιοκτησίας. Όλες οι σταθερές υποθέσεις θα ρευστοποιηθούν οι ίδιες στην πορεία της ανάπτυξης. Μόνο όμως ο αρχικός τους σταθερός καθορισμός επιτρέπει την ανάπτυξη χωρίς την σύγχυση των πάντων. Ακόμα, πρακτικά είναι βέβαιο ότι –για παράδειγμα– όπως και να διαφέρει το μέτρο της αναγκαίας εργασίας σε διάφορες εποχές και σε διάφορες χώρες, ή όσο και να μεταβάλλεται η αναλογία αυτού του μέτρου σαν συνέπεια μεταβολών στις τιμές των πρώτων υλών ή το μέγεθος και η αναλογία του ως συνέπεια της ζήτησης και προσφοράς εργασίας, σε κάθε δεδομένη εποχή το κεφάλαιο θεωρεί, και αντιμετωπίζει στην πράξη, το μέτρο αυτό σαν σταθερό. Η εξέταση των ίδιων αυτών μεταβολών ανήκει συνολικά στο κεφάλαιο που πραγματεύεται την μισθωτή εργασία.[21]

Την ανάγκη για αναλυτική παρουσίαση του ζητήματος σε όλες του τις εκφάνσεις, σε ένα ξεχωριστό βιβλίο με θέμα τον μισθό της εργασίας, σημειώνει εκ νέου ο Μαρξ και στο λεγόμενο «6ο αδημοσίευτο κεφάλαιο», το οποίο προοριζόταν για να συνδέσει τον πρώτο με τον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου:

Το επίπεδο των ίδιων των αναγκαίων για τη ζωή προϊόντων, των οποίων η συνολική αξία συγκροτεί την αξία της ικανότητας για εργασία [den Werth des Arbeitsvermögens], μπορεί να ανέβει ή να πέσει. Η ανάλυση αυτών των διακυμάνσεων δεν ανήκει όμως εδώ, αλλά στη θεωρία για τον μισθό εργασίας.[22]

Η αρχική υπόθεση εργασίας θα έπρεπε, λοιπόν, στη συνέχεια να «ρευστοποιηθεί» και να συνεξεταστούν οι επιπτώσεις της άρσης της στο μέγεθος της σχετικής υπεραξίας και του μισθού-τιμής της εργασιακής δύναμης. Η λογική προέκταση μιας τέτοιας νέας αναλυτικής προσέγγισης θα οδηγούσε αναγκαστικά στην ανάδειξη της αντίστασης της εργατικής τάξης ενάντια στην υπαγωγή της εργασίας της στο κεφάλαιο, στους σφοδρούς αγώνες της με επίδικο το ύψος του άμεσου (τότε) μισθού και στο ζήτημα των κοινωνικών αναγκών. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν συνέβη, καθώς όπως όλοι γνωρίζουμε, ο Μαρξ δεν έγραψε εν τέλει το βιβλίο για την μισθωτή εργασία. Ως εκ τούτου, αξίζει να επιστρέψουμε στο μαρξικό κείμενο και να επανεξετάσουμε κριτικά κάποια από τα βασικά θεωρητικά αξιώματα γύρω από τα οποία δομήθηκε το κεφάλαιο για την σχετική υπεραξία.

Καταρχήν, για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης δεν αρκεί η κατανάλωση –περισσότερων ή λιγότερων– μέσων συντήρησης, αλλά αντίθετα απαιτείται η κατανάλωση ανθρώπινης εργασίας, όπως άλλωστε απαιτείται για όλα τα εμπορεύματα. Εάν επεκτείναμε τη συλλογιστική του Μαρξ για το εμπόρευμα εργασιακή δύναμη στα υπόλοιπα εμπορεύματα, θα ήταν σαν να λέγαμε ότι οι πρώτες ύλες και οι μηχανές, μέσω της σταδιακής φθοράς τους κατά την παραγωγική διαδικασία, είναι οι μόνες που συμμετέχουν ως στοιχεία στην αξία του τελικού εμπορεύματος. Κάτι τέτοιο, βέβαια, γνωρίζουμε ότι δεν ισχύει. Κρατώντας μια τεράστια ποσότητα –εξειδικευμένης και πολυσύνθετης μάλιστα– οικιακής αναπαραγωγικής εργασίας στην αφάνεια του κοινωνικού εργοστασίου, οι καπιταλιστές κατορθώνουν να ιδιοποιούνται ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες κοινωνικής υπερεργασίας, κρατώντας παράλληλα σταθερά τους ατομικούς, ονομαστικούς μισθούς κάτω από την πραγματική αξία της εργασιακής δύναμης.

Αφετέρου, όπως πολύ σωστά έχει επισημάνει ο καναδός μαρξιστής M. Lebowitz, η μείωση της αξίας των μέσων αναπαραγωγής των εργατ(ρι)ών δεν συνεπάγεται την αυτοματική μείωση της αξίας της εργασιακής τους δύναμης. Για την ακρίβεια συχνά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.[23] Έστω ότι το μέσο κόστος διαβίωσης, σε χρηματικούς όρους, είναι 500 ευρώ (χωρίς να συνυπολογίζουμε φυσικά σε αυτό την άμισθη οικιακή εργασία που απαιτείται) και ότι ο μέσος, καθαρός, ονομαστικός μισθός είναι 750 ευρώ. Μια μείωση του μέσου κόστους διαβίωσης, ασχέτως με ποιο τρόπο αυτό συνέβη (μείωση της αξίας επιμέρους βασικών καταναλωτικών προϊόντων, εφαρμογή πολιτικών επιδότησης ενοικίου, «κοινωνικά τιμολόγια» κλπ.), στα 400 ευρώ, συνεπάγεται καταρχήν την αύξηση της αξίας της εργασιακής δύναμης, εκφρασμένη κατά 100 ευρώ στην περίπτωσή μας, εαν ο ονομαστικός μισθός παραμένει σταθερός στα 750 ευρώ. Δηλαδή, σε μια τέτοια περίπτωση, ο κάθε προλετάριος αποκτά 100 παραπάνω ευρώ για να τα διαθέσει όπως αυτός νομίζει, πχ. προκειμένου να ικανοποιήσει περισσότερες ή/και νέες ανάγκες, να μειώσει τις ώρες ετήσιας εργασίας του ή απλώς να αποταμιεύσει το επιπλέον εισόδημα για περίπτωση ανάγκης.

Στο παραπάνω λογικό συμπέρασμα, πάντως, είχε φτάσει και ο ίδιος ο Μαρξ. Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ δηλώνει κατηγορηματικά ότι «αν τα μέσα συντήρησης ήταν πιο φθηνά ή ο μισθός σε χρήμα μεγαλύτερος, τότε οι εργάτες θα αγόραζαν περισσότερα από αυτά και θα εκδηλωνόταν μεγαλύτερη “κοινωνική ανάγκη” γι’ αυτά τα είδη των εμπορευμάτων».[24] Αλλά και στις Θεωρίες για την Υπεραξία, στο αντίστοιχο σημείο όπου εξετάζεται η επίδραση της αλλαγής της αξίας του σταθερού κεφαλαίου –εξαιτίας της αυξημένης παραγωγικότητας– στην υπεραξία, στο κέρδος και στον μισθό εργασίας, ο Μαρξ επισημαίνει:

Πώς μπορεί μια αξιακή αλλαγή στο σταθερό κεφάλαιο να θίξει αναδρομικά την ίδια την υπεραξία; Αυτό, γιατί με δεδομένη πια την υπεραξία, προϋποτίθεται η σχέση της πρόσθετης εργασίας [βλ. υπερεργασίας] προς την αναγκαία εργασία, επομένως η αξία του μισθού εργασίας, δηλαδή τα έξοδα της παραγωγής του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες μια οποιαδήποτε αξιακή αλλαγή στο σταθερό κεφάλαιο δεν μπορεί να θίξει καθόλου την αξία του μισθού εργασίας, όπως και τη σχέση της πρόσθετης εργασίας προς την αναγκαία εργασία, παρ’ όλον ότι πρέπει κάτω από όλες τις συνθήκες να θίξει τα έξοδα παραγωγής της υπεραξίας για τον καπιταλιστή, και κάτω από ορισμένες συνθήκες, όταν δηλαδή το προϊόν μπαίνει στην κατανάλωση του εργάτη, να θίξει την ποσότητα των αξιών χρήσης, στις οποίες ανάγεται ο μισθός, παρ’ όλον ότι δεν θίγει την ανταλλακτική του αξία.[25]

Αυτό γιατί «μια αύξηση του ποσοστού του κέρδους, ως συνέπεια της πτώσης της αξίας του σταθερού κεφαλαίου, δεν έχει άμεσα καμία δουλειά με κάποια αλλαγή στην πραγματική αξία του μισθού εργασίας (του χρόνου εργασίας που εμπεριέχεται σε αυτόν)».[26] Αντίθετα «τα έξοδα παραγωγής του μισθού εργασίας θα έμεναν ίδια με πριν, αφού ο εργάτης εξακολουθεί να εργάζεται την ίδια διάρκεια εργάσιμου χρόνου για τον εαυτό του και την ίδια διάρκεια εργάσιμου χρόνου για τον καπιταλιστή (Τα έξοδα παραγωγής του μισθού δεν εξαρτώνται όμως από τον χρόνο εργασίας που κοστίζουν τα μέσα παραγωγής, με τα οποία εργάζεται ο εργάτης, αλλά από τον χρόνο εργασίας που εργάζεται για να αντικαταστήσει τον μισθό του)».[27] Και συνεχίζει, ο Μαρξ, εξετάζοντας την περίπτωση κατά την οποία μειώνεται η αξία ενός βασικού εμπορεύματος, όπως το βαμβάκι:

Αν πέφτει η αξία του βαμβακιού, επομένως και του προϊόντος στο οποίο μπαίνει το βαμβάκι, ο εργάτης εξακολουθεί να παίρνει τον ίδιο με πριν μισθό… Το μέρος όμως του βαμβακερού εμπορεύματος, που το καταναλώνει ο ίδιος, το παίρνει φτηνότερα, έτσι ένα μέρος του ποσού που ξόδευε προηγούμενα σε βαμβακερά εμπορεύματα μπορεί να το ξοδεύει τώρα σε άλλα είδη. Η ποσότητα των προσιτών στον εργάτη μέσων συντήρησης αυξάνει στην ίδια μόνο αναλογία με εκείνα που εξοικονομάει από την τιμή του βαμβακερού εμπορεύματος. Γιατί κατά τα άλλα, έναντι μιας μεγαλύτερης ποσότητας βαμβακερών εμπορευμάτων, δεν παίρνει περισσότερα από όσα έπαιρνε προηγούμενα έναντι μιας μικρότερης ποσότητας βαμβακερών εμπορευμάτων. Στην ίδια αναλογία που έπεσε η αξία των βαμβακερών εμπορευμάτων, ανέβηκε η αξία των άλλων εμπορευμάτων. Κοντολογίς, μια μεγαλύτερη ποσότητα βαμβακερών εμπορευμάτων δεν έχει τώρα μεγαλύτερη αξία από εκείνη που είχε προηγούμενα η μικρότερη ποσότητα. Σε αυτή λοιπόν την περίπτωση θα έμενε ίδια η αξία του μισθού εργασίας, θα αντιπροσώπευε όμως μια μεγαλύτερη ποσότητα άλλων εμπορευμάτων (αξιών χρήσης).[28]

Η μείωση του κόστους των μέσων αναπαραγωγής, επομένως, όχι μόνο συνεπάγεται ευκολότερη/μεγαλύτερη πρόσβαση σε εμπορεύματα, αλλά ταυτόχρονα συμβάλλει στον εμπλουτισμό και την διεύρυνση των κοινωνικών αναγκών – αντίθετα από ό,τι υπέθεσε στο κεφάλαιο για την σχετική υπεραξία ο Μαρξ, όχι όμως και σε άλλα κείμενά του.

Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, που κυκλοφόρησε το 1848, ο Μαρξ συνδέει την επέκταση των κοινωνικών αναγκών με την παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου, την θεμελίωση μιας διεθνούς, πλέον, αγοράς, και την ανάδυση της αστικής δημόσιας σφαίρας:

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς η αστική τάξη έχει διαμορφώσει πανομοιότυπα την παραγωγή και την κατανάλωση σε όλες τις χώρες. Έχει εξαλείψει, προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, τον εθνικό χαρακτήρα της βιομηχανίας. Οι πανάρχαιες εθνικές βιομηχανίες εκμηδενίστηκαν και εξακολουθούν καθημερινά να εκμηδενίζονται. Εκτοπίζονται από νέες βιομηχανίες που η εισαγωγή τους γίνεται ζήτημα ζωής και θανάτου για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες που δεν επεξεργάζονται πια εγχώριες πρώτες ύλες, αλλά πρώτες ύλες που έρχονται από τις πιο απομακρυσμένες ζώνες, από βιομηχανίες που τα προϊόντα τους καταναλώνονται όχι μόνο στην ίδια χώρα, αλλά ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη του κόσμου. Στη θέση των παλιών αναγκών που ικανοποιούνταν από εγχώρια προϊόντα, εμφανίζονται νέες ανάγκες, που για την ικανοποίησή τους απαιτούνται προϊόντα από τις πιο απομακρυσμένες χώρες και από τα πιο διαφορετικά κλίματα. Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και απομόνωσης εμφανίζεται η ολόπλευρη συναλλαγή, η ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών. Και όπως στην υλική έτσι και στην πνευματική παραγωγή: Τα πνευματικά προϊόντα του κάθε έθνους γίνονται κοινό κτήμα. Η εθνική μονομέρεια και αποκλειστικότητα γίνεται όλο και περισσότερο αδύνατη, και από τις πολλές εθνικές και τοπικές λογοτεχνίες σχηματίζεται μια παγκόσμια λογοτεχνία.[29]

Συγχρόνως:

Η συμμετοχή του εργάτη σε ανώτερες, πνευματικές επίσης απολαύσεις· η ζύμωση για τα δικά του συμφέροντα, οι συνδρομές σε εφημερίδες, η παρακολούθηση διαλέξεων, η ανατροφή παιδιών, η ανάπτυξη γούστου κλπ., η μοναδική συμμετοχή του στον πολιτισμό που τον ξεχωρίζει από τον δούλο, είναι οικονομικά δυνατή μόνο με την επέκταση του κύκλου των απολαύσεών του στους εύπορους καιρούς, τότε δηλαδή που η αποταμίευση είναι ως ένα βαθμό δυνατή.[30]

Ενώ, «η αύξηση του μισθού εργασίας θα αυξήσει ιδίως τη ζήτηση απαραίτητων μέσων συντήρησης από μέρους των εργατών. Σε μικρότερο βαθμό θα αυξηθεί η ζήτηση ειδών πολυτελείας από μέρους τους ή θα δημιουργηθεί ζήτηση για είδη που πρωτύτερα δεν περιλαμβάνονταν στα είδη της κατανάλωσής τους».[31] Οι δε νέοι, υψηλότεροι πραγματικοί μισθοί συνεπάγονται μεγαλύτερη αναδιανομή της κοινωνικά παραχθείσας αξίας υπέρ της εργατικής τάξης. Πράγματι:

Κάτω από τους πιο ευνοϊκούς για τους εργάτες όρους συσσώρευσης… η σχέση εξάρτησης των εργατών από το κεφάλαιο παίρνει υποφερτές ή, όπως λέει ο Ήντεν, “άνετες και φιλελεύθερες” μορφές. Αντί με την αύξηση του κεφαλαίου η σχέση αυτή να γίνει πιο εντατική, γίνεται μόνο πιο εκτατική, δηλαδή η σφαίρα εκμετάλλευσης και κυριαρχίας του κεφαλαίου επεκτείνεται μόνο όσο αυξάνει το δικό του μέγεθος και ο αριθμός των υπηκόων του. Από το δικό τους υπερπροϊόν, που αυξάνει και που αυξανόμενο μετατρέπεται σε πρόσθετο κεφάλαιο, επανεισρέει σε αυτούς ένα μεγαλύτερο μέρος με τη μορφή μέσων πληρωμής, έτσι που να μπορούν να διευρύνουν τον κύκλο των απολαύσεών τους, να εφοδιάσουν καλύτερα το καταναλωτικό τους κονδύλι για ρουχισμό, έπιπλα, κλπ. και να σχηματίσουν μικρά εφεδρικά αποθέματα σε χρήμα.[32]

Ταυτόχρονα, καθώς στο κοινωνικό συνειδητό εγγράφεται η νέα, ευνοϊκότερη για το προλεταριάτο, συνθήκη, αυτή αποτελεί το σημείο εκκίνησης για περαιτέρω διεκδικήσεις, όχι μόνο στη σφαίρα της παραγωγής, αλλά και της αναπαραγωγής, καθώς οι κοινωνικές ανάγκες και προσδοκίες εξελίσσονται κι επανακαθορίζονται διαρκώς. Οι καπιταλιστές, από την άλλη μεριά, προφανώς προσπαθούν να αντιστρέψουν την τάση αύξησης των πραγματικών άμεσων κι έμμεσων μισθών και να γειώσουν τις κοινωνικές προσδοκίες – ή έστω να τις ενσωματώσουν βαθύτερα στο κύκλωμα αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου.[33]

Σε κάθε περίπτωση, στον πραγματικό κόσμο της αντεστραμμένης εμπορευματικής αντικειμενικότητας, ο μέσος κοινωνικά αναγκαίος χρόνος αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης δεν προκύπτει απλά από την μέση παραγωγικότητα και ένταση της εργασίας, δεν είναι δηλαδή ένα καθαρά τεχνικό ζήτημα, ούτε σχετίζεται απόλυτα με την «ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης» που έχει επιτύχει ο εκάστοτε κοινωνικός σχηματισμός, όπως ήθελε η μαρξική θέση. Αντίθετα, η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας των προλετάριων, οι κοινωνικές ανάγκες, άρα και ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας για την ικανοποίηση αυτών, διαμεσολαβούνται από τον μισθό/τιμή της εργασιακής δύναμης κι επομένως είναι «η αξία της εργασιακής δύναμης που έχει την τάση να προσαρμόζεται στην τιμή της – παρά το αντίθετο».[34] Η ορθότητα της παραπάνω διατύπωσης του Lebowitz μπορεί να επιβεβαιωθεί ακολουθώντας και την αντίστροφη πορεία σκέψης. Αρκεί να εξετάσει κανείς τις επιπτώσεις της εγχώριας μακροχρόνιας εφαρμογής πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης στους ντόπιους και ξένους εργάτες: οι απανωτές επιθέσεις στον άμεσο κι έμμεσο μισθό έχουν οδηγήσει στον σταδιακό περιορισμό των κοινωνικών αναγκών, κι έτσι στην απαξίωση της εργασιακής δύναμης.[35] Το επίπεδο των μισθών, επομένως, δεν καθορίζεται μονόπλευρα από την μείωση του κόστους των μέσων αναπαραγωγής, αλλά από την έκβαση της ταξικής πάλης, της πάλης που γεννιέται από την «αντινομία, δίκαιο εναντίον δικαίου, και τα δύο κατοχυρωμένα από τον νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων».[36]

Άλλωστε, και ο ίδιος ο Μαρξ την ταξική πάλη θεωρεί ως τον καθοριστικό παράγοντα, μέσω του οποίου προσδιορίζεται η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτήν ως ενός, έστω, από τους παράγοντες που επηρρεάζουν το μέγεθος της σχετικής υπεραξίας και η προσήλωση, αντίθετα, στα τεχνικά χαρακτηριστικά της παραγωγής. Υπό αυτή την έννοια, ο Μαρξ φαίνεται στο κεφάλαιο αυτό να εγκαταλείπει, προσωρινά, την κριτική της κλασσικής πολιτικής οικονομίας και να υιοθετεί την γλώσσα των φυσιοκρατών οικονομολόγων, σύμφωνα με την οποία αφενός οι (λεγόμενες) «δυνάμεις της παραγωγής» είναι ουδέτερες, αφετέρου η παραγωγικότητα της εργασίας συνδέεται αντιστρόφως ανάλογα με την αξία της εργασιακής δύναμης.

Ταυτόχρονα αντιφάσκει με όσα ο ίδιος αναφέρει, όταν παρακάτω εξετάζει τις «Εθνικές διαφορές στους μισθούς της εργασίας». Στο κεφάλαιο αυτό, καθώς οι εθνικές μερίδες του κεφαλαίου ανταγωνίζονται μεταξύ τους, στα πλαίσια του παγκόσμιου καταμερισμού απόσπασης υπεραξίας, εντός του οποίου είναι αναγκασμένες να λειτουργούν, ο Μαρξ παρατηρεί ότι τα υψηλότερα μισθολογικά επίπεδα εμφανίζονται σε εκείνες τις καπιταλιστικές οικονομίες όπου ο βαθμός εκμετάλλευσης είναι υψηλότερος, εκεί δηλαδή όπου η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι μεγαλύτερη. Το σημείο αυτό είναι άκρως ενδιαφέρον, καθώς ο Μαρξ μας δείχνει σχεδόν 90 χρόνια πριν από την έναρξη της λεγόμενης χρυσής περίοδου του μεταπολεμικού καπιταλισμού (1950-1970) ότι η καπιταλιστική συσσώρευση μπορεί να οργανωθεί κεντρικά, μέσω μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων που επιτρέπουν την βελτίωση, σε απόλυτους όρους, της θέσης της εργατικής τάξης, και ταυτόχρονα την ακόμη ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, άρα την μεγαλύτερη άντληση σχετικής υπεραξίας.[37] Στην ουσία, η πρώτη μεταπολεμική περιόδος στη Δύση βασίστηκε σε ένα «ταξικό συμβιβασμό» που προέβλεπε από την μια μεριά την αυξημένη πειθάρχηση στους χώρους εργασίας και από την άλλη περαιτέρω διεύρυνση της πρόσβασης της εργατικής τάξης στην κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών. Μάλιστα, μετά το ξέσπασμα των προλεταριακών αρνήσεων σε όλο το φάσμα του «κοινωνικού εργοστασίου» από το 1968 και μετά, και για ένα σύντομο διάστημα μέχρι την επιβολή του νεοφιλελευθερισμού, αυτός ο «ταξικός συμβιβασμός» υπήρξε ακόμα πιο επωφελής για την εργατική τάξη – λόγω ακριβώς της δύναμής της.

Από όσα είπαμε παραπάνω προκύπτει ότι η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, μέσω της μείωσης της αξίας της εργασιακής δύναμης (δηλ. του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου αφηρημένης εργασίας για την αναπαραγωγή της), δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την ανταλλαγή του μισθού-μεταβλητού κεφαλαίου με μικρότερη ποσότητα αξιών χρήσης, δηλαδή την μείωση των κοινωνικών αναγκών σε απόλυτους όρους. Υπό αυτή την έννοια, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να είναι συμβατός με την ταυτόχρονη μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης και την αύξηση των μισθιακών εμπορευμάτων που αυτή καταναλώνει κατά την (ανα)παραγωγή της, και άρα σε μια τέτοια περίπτωση το «φτήναιμα» των εργατών και εργατριών από την πλευρά των μέσων συντήρησης δεν είναι απόλυτο, αλλά σχετικό. Ούτε αυτή η πλευρά του ζητήματος εξετάζεται από τον Μαρξ σε αυτό το κεφάλαιο. Αντίθετα, όπως ήδη είδαμε, ο Μαρξ θεωρεί ότι η ανύψωση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, φτηναίνει τα εμπορεύματα και το φτήναιμα των εμπορευμάτων, με τη σειρά του, φτηναίνει τον ίδιο τον εργάτη.[38]

Καθώς, λοιπόν, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, η αξία της εργασιακής δύναμης καθορίζεται αντικειμενικά, απουσιάζει το ενεργό υποκείμενο που, μέσα από τους υλικούς όρους της κοινωνίας του, με την συνειδητή δραστηριότητά του μεταβάλλει τον ίδιο του τον (εκκοινωνισμένο) εαυτό. Αντίθετα, η εργασιακή δύναμη εξετάζεται ως κόστος – και μόνο. Ως εκ τούτου, συσκοτίζεται μια σειρά απαραίτητων για την αέναη παραγωγή και αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων –σε ολοένα, μάλιστα, και πιο διευρυμένη κλίμακα– προϋποθέσεων, όπως η διαρκής επαναθεμελίωση του διπλού χωρισμού του προλετάριου από τα μέσα (ανα)παραγωγής του και την ανθρώπινη κοινότητα. Ο χωρισμός αυτός, τον οποίο ο Μαρξ εξετάζει στο κεφάλαιο για την «λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση», δεν αποτελεί ένα τετελεσμένο, ιστορικό επεισόδιο μιας (υποτίθεται) γραμμικής πορείας μετάβασης από τον φεουδαρχικό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο: την καταστατική συνθήκη αυτής της μετάβασης κι εντέλει θεμελίωσης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.[39] Ως εκ τούτου, οι συνθήκες που επιβεβαιώνουν τον διπλό χωρισμό των προλετάριων –και όλα όσα τον (ανα)παράγουν, όπως η κρατική στρατιωτική, αστυνομική και δικαστική βία, ο καταμερισμός της εργασίας και η διαίρεση των προλετάριων βάσει του κοινωνικού φύλου, της φυλής, της ηλικίας κλπ.– δεν αποτελούν μια a priori αντικειμενικότητα, βάσει της οποίας ρέει ανεμπόδιστος ο χωροχρόνος της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αλλά αντίθετα ένα διαρκές πεδίο ταξικής πάλης, πάλη της οποίας η έκβαση δεν έχει βεβαίως κριθεί οριστικά.

 

[1] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος Ι, σελ. 327
[2] Κ. Μαρξ, ό.π., σελ. 328.
[3] Εμείς από την μεριά μας αναγνωρίζουμε στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης μια μη αυτοματική και μη προκαθορισμένη διαδικασία, η οποία αντίθετα απαιτεί την παραγωγική κατανάλωση ανθρώπινης εργασίας. Πρόκειται, βέβαια, για την εν πολλοίς άμισθη οικιακή εργασία, που κατά κύριο λόγο επωμίζονται οι γυναίκες προλετάριες. Βλ. την εξαιρετική συλλογή άρθρων των Χουήλερ, Φεντερίτσι κ.ά. με τίτλο Η Πολιτική Οικονομία της Γυναικείας Απελευθέρωσης, Αθήνα, χ.χ. Βλ. επίσης το περιοδικό Τα Παιδιά της Γαλαρίας τχ. 9 (2001), σελ. 14-26 και τχ. 16-17 (2014), σελ. 21-31.
[4] Η έκταση των αναγκών και ο τρόπος ικανοποίησής τους αποτελούν ιστορικό προϊόν της ταξικής πάλης, και περιλαμβάνουν φυσικούς, ιστορικούς και ηθικούς παράγοντες, όπως αναγνώριζε και ο Μαρξ. Διαφέρουν επομένως από χώρα σε χώρα και, άμα εξετάσουμε την ίδια χώρα, ανά ιστορική περίοδο. Βλ. Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, ό.π., σελ. 184· Grundrisse, Αθήνα, 1990, σελ. 629-630. Στο δεύτερο μέρος της εισήγησης θα επανέλθουμε σε αυτή την, ομολογουμένως, γενικόλογη και ως τέτοια διφορούμενη μαρξική διατύπωση.
[5] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, ό.π., σελ. 330.
[6] Φυσικά υπάρχουν και άλλες αποτελεσματικές μέθοδοι, όπως οι (διαχρονικές) κρατικές πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης. Στην Αγγλία κατά τον 19ο αιώνα, η νομοθεσία για το σιτάρι, που είχε ως στόχο τη μείωση της τιμής του, εμμέσως απέβλεπε στη μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης εξ ονόματος της πλειοψηφίας των ατομικών καπιταλιστών. Η μεθοδολογική επιλογή του Μαρξ να αναφερθεί αποκλειστικά στην βελτίωση των όρων παραγωγής μάλλον οφείλεται, αφενός στο χαμηλό, τότε, βαθμό κρατικής παρέμβασης, αφετέρου στην αναζήτηση των ενδογενών τάσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, όπως η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας.
[7] Αυτό γιατί η αξία ενός προϊόντος καθορίζεται τόσο από την ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας αφηρημένης εργασίας που παρασταίνεται σε αυτό, όσο και από την αξία των πρώτων υλών και των μέσων παραγωγής που καταναλώνονται κατά την παραγωγή του. Όπως είδαμε, τα τελευταία μεταφέρουν στο τελικό προϊόν σταδιακά μέρος της αξίας τους, μέσω της φθοράς τους.
[8] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, ό.π., σελ 330.
[9] Ό.π, σελ. 331. Η έμφαση δική μας.
[10] Ό.π, σελ. 331. Η έμφαση δική μας. Ο Μαρξ επέμενε σε αυτήν την διάκριση από αρκετά νωρίς: «Ο ανταγωνισμός, η ουσιαστική αυτή κινητήρια δύναμη της αστικής οικονομίας, εκτελεί, αλλά δεν καθορίζει τους νόμους της. Γι’ αυτό ο απεριόριστος ανταγωνισμός δεν είναι η προϋπόθεση για την αλήθεια των οικονομικών νόμων, αλλά η συνέπεια – η μορφή εμφάνισης με την οποία πραγματοποιείται η αναγκαιότητα τους. Για τους οικονομολόγους, το να υποθέτουν –όπως κάνει ο Ρικάρντο– την ύπαρξη απεριόριστου ανταγωνισμού σημαίνει να προϋποθέτουν την πλήρη πραγματικότητα και πραγματοποίηση των αστικών σχέσεων παραγωγής στην differentia specifica [ειδοποιό] τους [διαφορά]. Ώστε ο ανταγωνισμός δεν εξηγεί αυτούς τους νόμους· τους φανερώνει, αλλά δεν τους παράγει». Κ. Μαρξ, Grundrisse, σελ. 419. Η πρώτη έμφαση στο πρωτότυπο.
[11] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, ό.π., σελ. 332.
[12] Ό.π.
[13] Ό.π. Η έμφαση δική μας.
[14] Ό.π., σελ. 332-333. Η έμφαση δική μας.
[15] Ό.π., σελ. 333.
[16] Ό.π., σελ. 333-334. Η έμφαση δική μας.
[17] Ό.π., σελ. 334.
[18] Ό.π., σελ. 335-336. Η έμφαση δική μας
[19] Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος Ι, σελ. 14, 17. Η έμφαση στο πρωτότυπο.
[20] Η βασική ένσταση του Μαρξ σε σχέση με την μεθοδολογία που ανέπτυξαν οι φυσιοκράτες, έγκειτο στο ότι αυτοί δεν λάμβαναν υπόψη τους την ιστορική κίνηση και τις ιστορικές μεταβολές τις οποίες υφίσταται η κοινωνικοποιημένη ανθρώπινη ουσία: «Αν παραπέρα [οι φυσιοκράτες] λάθεψαν στο ότι αυτό το κατώτατο όριο [της αξίας της εργασιακής δύναμης] το αντιλήφθηκαν ως ένα αμετάβλητο μέγεθος, που για αυτούς καθορίζεται πέρα για πέρα από τη φύση και όχι από την ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης, που η ίδια είναι ένα μέγεθος το οποίο υπόκειται σε κινήσεις, ωστόσο αυτό δεν αλλάζει τίποτα στην αφηρημένη ορθότητα των συμπερασμάτων τους, γιατί η διαφορά ανάμεσα στην αξία και στην αξιοποίηση της εργασιακής δύναμης δεν εξαρτάται καθόλου από το αν κανείς παραδεχτεί μεγάλη ή μικρή την αξία». Ό.π., σελ. 17.
[21] Κ. Μαρξ, Grundrisse, σελ. 629-30. Η δεύτερη έμφαση στο πρωτότυπο, οι υπόλοιπες δικές μας.
[22] Κ. Μαρξ, Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής, [VI ανέκδοτο κεφάλαιο], Αθήνα, 1983, σελ. 204. Η έμφαση δική μας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο ίδιο κείμενο ο Μαρξ αναφέρει ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο το οποίο μπορεί να επεκτείνει ή να περιορίσει σε τόσο μεγάλο βαθμό τις ανάγκες του.
[23] Βλ. M. Lebowitz, Beyond Capital: Marx’s political economy of the working class, Basingstoke, 2003, κυρίως σελ. 101-119.
[24] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος ΙΙΙ, σελ. 238. Η έμφαση δική μας.
[25] Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την υπεραξία, μέρος ΙΙΙ, σελ. 249-250. Η έμφαση δική μας.
[26] Ό.π., σελ. 252. Η πρώτη έμφαση στο πρωτότυπο.
[27] Ό.π., σελ. 253. Η έμφαση στο πρωτότυπο.
[28] Ό.π., σελ. 251-252. Η πρώτη έμφαση δική μας.
[29] Κ. Μαρξ, Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα, 1999, σελ. 50-51. Η έμφαση δική μας.
[30] Κ. Μαρξ, Grundrisse, σελ. 212. Η έμφαση δική μας. Και μόνο η λίστα των κοινωνικών αναγκών της εποχής του που παραθέτει ο Μαρξ αποδεικνύει σε πόσο μεγάλο βαθμό αυτές έχουν διευρυνθεί στις μέρες μας.
[31] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος ΙΙ, σελ. 339. Η έμφαση δική μας.
[32] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος Ι, σελ. 639-640. Η έμφαση δική μας.
[33] Στην περίπτωση που δεν μπορεί να μειώσει άμεσα τους μισθούς, η καπιταλιστική τάξη έχει κι άλλα όπλα στην φαρέτρα της, όπως η μείωση του έμμεσου μισθού, η αύξηση της φορολογίας εισοδήματος και μικροϊδιοκτησίας, η αύξηση της έμμεσης φορολογίας σε μισθιακά εμπορεύματα και υπηρεσίες, ο πληθωρισμός κλπ.
[34] M. Lebowitz, ό.π., σελ. 112.
[35] Βλ. Συνέλευση Εργαζομένων/Ανέργων Πλατείας Συντάγματος, Θέλουμε μισθό και όχι «δουλίτσα»! (Η ολοκλήρωση του νέου πλαισίου των εργασιακών σχέσεων μετά την ολοκλήρωση του νέου πλαισίου των ασφαλιστικών σχέσεων), Αθήνα, 2017· Ομάδα Ενάντια στον Εκβιασμό της Μισθωτής Εργασίας, Σκοτώνουν τα άλογα στη δουλειά και όταν γεράσουν τα θάβουν ιδίοις εξόδοις, Αθήνα, 2015
[36] Κ. Μαρξ, ό.π., σελ. 246. Υπήρχαν, για παράδειγμα, περίοδοι, όπου οι εργάτες είχαν πετύχει την υιοθέτηση από το κράτος αμυντικών μέτρων αναπροσαρμογής των μισθών και των συντάξεων, βάσει των επιπέδων του πληθωρισμού, ώστε να προστατεύεται το πραγματικό εισόδημα. Στην Ελλάδα το μέτρο αυτό, γνωστό και ως ΑΤΑ (Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή), υιοθετήθηκε για πρώτη φορά από την δεύτερη, χρονολογικά, κυβέρνηση της αριστεράς του κεφαλαίου, την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το 1982, για να καταργηθεί το 1990 από την Νέα Δημοκρατία, αν και η υπονόμευσή του είχε ήδη ξεκινήσει κατά την δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ, όταν και υιοθετήθηκε μια πρώτη δέσμη μέτρων λιτότητας.
[37] Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει ότι, σε τελική ανάλυση, ήταν η ίδια η εργατική τάξη που με την εργασία της χρηματοδότησε την ανάπτυξη του λεγόμενου καθεστώτος «κοινωνικής πρόνοιας», μετά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Μια σειρά μελετών δείχνουν ότι την υπό εξέταση περίοδο ο καθαρός κοινωνικός μισθός (net social wage), ο έμμεσος μισθός δηλαδή των προλετάριων, αφού έχουν αφαιρεθεί οι πάσης φύσεως φόροι εισοδήματος, κατανάλωσης και οι εισφορές, ήταν αρνητικός. Περισσότερα επ’ αυτού στο περιοδικό Τα Παιδιά της Γαλαρίας, τχ. 14, 2009, σελ. 131-132.
[38] Κ. Μαρξ, ό.π., σελ. 334.
[39] Βλ. το περιοδικό Τα Παιδιά της Γαλαρίας, τχ. 16-17, 2014, σελ. 43-56.

You may also like...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *