Μάθημα 3ο: Το ιστορικό υλικό. Η μορφή εμπόρευμα ως μορφή επιβολής της εργασίας: Πρωταρχική συσσώρευση και μέθοδοι αύξησης της παραγωγικότητας.

3ο ΜΑΘΗΜΑ

TO IΣTOPIKO YΛIKO. H MOPΦH EMΠOPEYMA ΩΣ MOPΦH EΠIBOΛHΣ THΣ EPΓAΣIAΣ: ΠPΩTAPXIKH ΣYΣΣΩPEYΣH KAI MEΘOΔOI AYΞHΣHΣ THΣ ΠAPAΓΩΓIKOTHTAΣ

  • Στο 1ο μάθημα είπαμε ότι αντικείμενο του Κεφαλαίου είναι η παρουσίαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παρουσίαση που είναι ταυτόχρονα κριτική της πολιτικής οικονομίας. Στο βιβλίο ο Μαρξ δείχνει τι είναι αυτό που κάνει τον καπιταλισμό εφικτό, λειτουργήσιμο ως σύστημα. Εκθέτοντας όμως τους τρόπους με τους οποίους αναπαράγεται το σύστημα, δείχνει ταυτόχρονα και τα όριά του. Η κριτική μέθοδος παρουσιάζει τις κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας ως αυτό που είναι: ανεστραμμένες μορφές των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, δηλ. των ταξικών σχέσεων εξουσίας.
  • Στο 2ο μάθημα είπαμε ότι η έκθεση/ανάπτυξη/διάταξη (Darstellung) των απομυστικοποιημένων κατηγοριών της πολιτικής οικονομίας γίνεται με ένα συστηματικό τρόπο ώστε να καταστεί εφικτή η αναπαράσταση της πραγματικότητας στη σκέψη. Θα επανέλθουμε πολλές φορές στα επόμενα μαθήματα στις λεπτομέρειες αυτής της συστηματικής διαλεκτικής. Στα δύο πρώτα μαθήματα είδαμε επίσης εν συντομία πώς διαμορφώθηκε σταδιακά το Κεφάλαιο από τη δεκαετία του 1840 ως τη δεκαετία του 1870.
  • Στο 3ο μάθημα θα δούμε ποια είναι η σημασία της χρήσης ιστορικού και εμπειρικού υλικού στο Κεφάλαιο. Τα ιστορικά τμήματα του βιβλίου δεν είναι, όπως πιστεύουν ορισμένοι διαλεκτικοί ερμηνευτές, «παρεκβάσεις» ή «απλά ιστορικά παραδείγματα» που θα μπορούσαν και να μην υπάρχουν επειδή «δεν προσθέτουν τίποτα στα επιχειρήματα».[1]

Με τη χρήση αυτού του ιστορικού υλικού στα κεφάλαια για την πρωταρχική συσσώρευση, την εργάσιμη μέρα, τον καταμερισμό της εργασίας, τις μηχανές και τον γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ο Μαρξ θέλει:

1. Να δείξει ότι δεν υπάρχει τίποτα «φυσικό» στον καπιταλισμό, ότι η χρήση βίας ήταν και είναι αναπόφευκτη για την επιβολή της μορφής-εμπόρευμα, της μορφής δηλ. μέσω της οποίας το κεφάλαιο κυριαρχεί επί της εργασίας (μισθωτής ή άμισθης). Ο Μαρξ δεν ξεκινάει από τη μορφή-εμπόρευμα απλώς επειδή αυτό απαιτεί η λογική ανάπτυξη των επιχειρημάτων του, αλλά –όπως υπονοεί τόσο η διατύπωση της αρχικής πρότασης του βιβλίου όσο και άλλες διατυπώσεις μέσα σ’ αυτό– επειδή θέλει να αναδείξει τις μορφές απόκρυψης των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων, των ταξικών σχέσεων εξουσίας. Το σημαντικότερο εμπόρευμα στον καπιταλισμό, η εργασιακή δύναμη, εμφανίζεται ως απλή ιδιοκτησία του παραγωγού, η οποία ανταλλάσσεται «φυσικά», αναπόφευκτα και ισότιμα στην αγορά με το χρήμα του αφεντικού (μορφή-μισθός). Αυτή η αγοραπωλησία δεν είναι παρά η στρεβλή, νομική μορφή απόκρυψης της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης, η οποία στην πραγματικότητα είναι:

  • ταξική σχέση εξουσίας, δηλ. σχέση επιβολής της εργασίας, και ταυτόχρονα
  • ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τάξεων, που λόγω της μεθόδου που ακολουθεί ο Μαρξ, δηλ. της σταδιακής εισαγωγής των κατηγοριών, δεν παρουσιάζεται εξαρχής ως τέτοια.

«Τα αφεντικά μας δίνουν δουλειά και μεις δουλεύουμε για να μην πεινάσουμε», λέει η «λαϊκή σοφία». Ή όπως το βάζει πιο «επιστημονικά» ο Άνταμ Σμιθ: «Σε όλες τις τέχνες και τις μανιφακτούρες, η πλειοψηφία των εργατών έχουν την ανάγκη ενός εργοδότη που θα τους προκαταβάλλει τα υλικά της εργασίας τους και τους μισθούς και τα μέσα συντήρησής τους μέχρι την ολοκλήρωσή της. Αυτός μοιράζεται μαζί τους το προϊόν της εργασίας τους, ή την αξία που αυτή προσθέτει στα υλικά πάνω στα οποία σωρεύεται, και το μερίδιό του αυτό συνιστά το κέρδος του».[2]

Ο Μάρξ αντίθετα δείχνει ότι μέσα από την κατανάλωση των προϊόντων-εμπορευμάτων που η εργασιακή δύναμη παράγει και κυκλοφορεί, υπό την προσταγή του κεφαλαίου, αναπαράγεται και η ίδια ως εμπόρευμα, ως κομμάτι του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο, λοιπόν, δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μια ταξική σχέση εξουσίας που βασίζεται στην αέναη επιβολή όλο και περισσότερης εργασίας μέσω της επεκτεινόμενης μορφής-εμπόρευμα.

Στην αρχή του δεύτερου τόμου του Κεφαλαίου, ο Μαρξ συνοψίζει το αυτο-αναπαραγόμενο κύκλωμα του ατομικού χρηματικού κεφαλαίου, το οποίο ταυτόχρονα είναι και κύκλωμα του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, με το εξής σχήμα:

Όπου Χ είναι το επενδυμένο χρήμα με το οποίο ο καπιταλιστής αγοράζει τα εμπορεύματα Ε, δηλ. την εργασιακή δύναμη (Εδ) και τα μέσα παραγωγής (Μπ), τα ρίχνει στην παραγωγική διαδικασία (Π), η οποία είναι ταυτόχρονα εργασιακή και αξιοποιητική διαδικασία, και βγαίνει από αυτήν με επιπλέον εμπόρευμα (Ε΄) το οποίο μέσω της σφαίρας της κυκλοφορίας τού αποδίδει μια μεγαλύτερη από την αρχική ποσότητα χρήματος (Χ΄) που θα επενδυθεί ξανά στην παραγωγή. Σ’ αυτό το σχήμα, που αναπαριστά την ίδια την κίνηση της ζωής στον καπιταλισμό, η αναπαραγωγή, διαθεσιμότητα και πειθάρχηση της εργασιακής δύναμης (Εδ) είναι ο σημαντικότερος παράγοντας της συσσώρευσης κεφαλαίου με τη μορφή χρήματος.

Η μορφή-εμπόρευμα είναι σχέση εξουσίας. Το κεφάλαιο πρέπει να έχει τη δύναμη να την επιβάλλει. Γι’ αυτό η αστυνομία δεν είναι μόνο ο φρουρός του εμπορεύματος αλλά συμβάλλει στην επιβολή της εργασίας. Κράτος = βία, όσο κι αν οι πολιτικοί, νομικοί και πολιτισμικοί θεσμοί της καπιταλιστικής κοινωνίας εμφανίζονται ως ουδέτερες «κοινωνικές συμβάσεις μεταξύ ανεξάρτητων ατόμων».

2. Να δείξει τις αισθητηριακές, γλωσσικές και εν γένει κοινωνικές διαμεσολαβήσεις που συνδέουν το υποκείμενο της γνώσης με το αντικείμενό της. Να δείξει τη σωματικότητα και την υλικότητα της καπιταλιστικής σχέσης· αυτό που είναι σωματικό, απρόβλεπτο, και ιδιαίτεο-σρυγκεκριμένο στους προλετάριους και στη φύση (στο εσωτερικό και εξωτερικό «άλλο» που το κεφάλαιο δεν μπορεί ποτέ πλήρως να ενσωματώσει). Ταυτόχρονα, με τα ιστορικά παραδείγματα σωματικού πόνου και κατάπτωσης, ο Μαρξ δημιουργεί ένα σύνδεσμο ανάμεσα στην αποκοπή του ανθρώπου από το σώμα του, που την επιβάλλει η εργασιακή διαδικασία (συγκεκριμένη εργασία), και την «εξαΰλωση» των αποτελεσμάτων της εργασιακής διαδικασίας στην ανταλλαγή (αφηρημένη εργασία). Έτσι δείχνει ότι η συστηματική διάταξη των αφηρημένων εννοιών δεν εξαντλεί το αντικείμενο της έκθεσης. Όπως πολύ σωστά λέει ο Joseph Fracchia:

Ο Μαρξ, φέρνοντας στην επιφάνεια θέματα που τα βρίσκουμε αργότερα στο διήγημα του Κάφκα [Η Σωφρονιστική Αποικία], μιλάει για τη διευθέτηση όλου του χώρου εργασίας «υπό την προσταγή του κεφαλαίου», για το σχεδιασμό και τη χρήση της τεχνολογίας με στόχο την εξασφάλιση αυτής της προσταγής και την απόσπαση υπεραξίας· και δείχνει πώς το κεφάλαιο, σαν τη μηχανή βασανιστηρίων του Κάφκα, αποτυπώνει τα διαγγέλματά του πάνω στο σώμα της εργασίας με μια γραφή που ο παρατηρητής δεν μπορεί να αποκρυπτογραφήσει άμεσα…

Ο δηλωμένος στόχος του Κεφαλαίου, αυτής της κριτικής επισκόπησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι η αποδόμηση των κατηγοριών της πολιτικής οικονομίας, έτσι ώστε ν’ αποκαλυφθεί ο θεμελιωδώς εκμεταλλευτικός χαρακτήρας του καπιταλισμού. Αλλά όλη η κριτική της πολιτικής οικονομίας είναι ενσωματωμένη στη μαρξική υλιστική αντίληψη της ιστορίας – και καθίσταται εφικτή χάρη σ’ αυτήν. Το «πρώτο γεγονός», σύμφωνα μ’ αυτήν την αντίληψη, είναι η «ανθρώπινη σωματική οργάνωση», όπως δηλώνει ο Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία…[3]

Ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς που έχουν αναγνωρίσει την αξία αυτού του «πρώτου γεγονότος» και η δουλειά τους ακολουθεί τον Μαρξ στη «σωματική στροφή» του είναι η Elaine Scarry. Στο Body in Pain, η Scarry διαπιστώνει ότι η συνήθης τάση ν’ αντιμετωπίζεται ο Μαρξ μόνο ως επικριτής του καπιταλισμού παραμελεί την ευρύτερη συνεισφορά αυτού που υπήρξε «ο μεγαλύτερός μας φιλόσοφος πάνω στο ζήτημα της φύσης των υλικών αντικειμένων»… Σύμφωνα με τη δική της ερμηνεία, ο Μαρξ «σπάει το αισθητό αντικείμενο (που μπορεί να είναι ένα τραπέζι, ένας τοίχος από τούβλα, ένα τόπι δαντέλας) και εντοπίζει στην εσωτερική του δομή το σώμα μας»· σταθερά και «νηφάλια, σχεδόν με έναν συγκινητικό τρόπο» υποδεικνύει «την παρουσία του σώματος στο κατασκευασμένο αντικείμενο – είτε αυτό το κατασκευασμένο αντικείμενο είναι ένα ατομικό αντικείμενο είτε είναι το σύστημα παραγωγής εντός του οποίου κατασκευάζονται τα ατομικά τεχνουργήματα… Ως «προέκταση» του σώματος, ως επέκταση και αύξηση της ικανότητας του σώματος να παράγει υλικά τεχνουργήματα, το σύστημα παραγωγής είναι, για τον Μαρξ, «μια υλοποιημένη μεταφορά, ή ένα υποκατάστατο, του σώματος»… Για μια ιστορική–υλιστική μελέτη των μεταφορών που σχετίζονται με τα μικρά ή μεγάλα τεχνουργήματα, η σωματικότητα, ως η εσωτερική δομή του τεχνουργήματος, είναι το μέτρο της μεταφοράς. Κι αυτό που μετρά ο Μαρξ στα τεχνουργήματα είναι αν αυξάνουν ή αν παραμορφώνουν την ανθρώπινη σωματική οργάνωση…

Ο στόχος του Μαρξ, ως επικριτή της πολιτικής οικονομίας, είναι να αποκρυπτογραφήσει τα «κοινωνικά ιερογλυφικά» του εμπορεύματος για να δει μέσα από τις φετιχοποιημένες κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας και ν’ αποκαλύψει την καπιταλιστική διαδικασία αξιοποίησης ως εκμεταλλευτική διαδικασία· και το κάνει αυτό μέσω της εκδίπλωσης, ήδη από την πρώτη σελίδα [του Κεφαλαίου], των σωματικά ριζωμένων κατηγοριών που είναι ουσιώδους σημασίας για την κριτική που ασκεί στην πολιτική οικονομία. Αλλά στα δυο μακροσκελή μέρη για την απόλυτη και τη σχετική υπεραξία, ο Μαρξ πάει πέρα από μια καθαρά θεωρητική κριτική της πολιτικής οικονομίας και περιγράφει με ζωηρά χρώματα τα σωματικά τρίσβαθα της καπιταλιστικής εξαθλίωσης… Εδώ είναι που εξηγεί πώς το νόημα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής εγγράφεται στα σώματα αυτών που η εργασία τους παράγει τον πρωτοφανή κοινωνικό πλούτο. Και διαβάζει αυτό το σωματικό κείμενο για να αποκρυπτογραφήσει ένα άλλο είδος ιερογλυφικών: τα μετά βίας ορατά στην παρατηρούσα διάνοια σωματικά ιερογλυφικά που είναι εγγεγραμμένα στο μισθωτά εργαζόμενο σώμα που πονά.[4]

3. Να αναδείξει το σημαντικότερο αστάθμητο παράγοντα του συστήματος (την ταξική πάλη) και, μέσω των «συστηματικών κενών» στην έκθεση, την δεκτικότητα εξέλιξης του συστήματος προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Αποκαλύπτοντας τα σωματικά τρίσβαθα της καπιταλιστικής εξαθλίωσης, τα μετρημένα με το πλήθος των τραυμάτων που υφίστανται οι εργάτες και οι εργάτριες πάνω στο σώμα τους, ο Μαρξ δείχνει προς μια μελλοντική κοινωνική τάξη πραγμάτων που δεν θα βάλει μόνο τέλος στην εξαθλίωση αλλά θα διευκολύνει επίσης την πολύμορφη καλλιέργεια των ανθρώπινων ικανοτήτων. Αυτές οι ικανότητες είναι ριζωμένες στην ανθρώπινη σωματικότητα – σ’ αυτό που ο Μαρξ αναφέρει ως σωματικές δυνάμεις ή ικανότητες, σωματικές επιδεξιότητες και θεωρητικές δυνάμεις των αισθήσεων.[5]

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση της ανάδειξης της ιδιαίτερης ιστορικότητας και υλικότητας της κεφαλαιακής σχέσης και της δυνατότητας μετασχηματισμού της, ο Μαρξ κρίνει απαραίτητη τη χρήση ορισμένων υπεριστορικών αφαιρέσεων, όπως ο μεταβολισμός του ανθρώπου με τη φύση μέσω της ωφέλιμης εργασίας, η αξία χρήσης κλπ.

Θα μπορούσε έτσι να αναγνωσθεί μια υπόρρητη ιστορική διαλεκτική στο Κεφάλαιο, μια σχηματική περιοδολόγηση των αγώνων (σύμφωνα με μια υπόθεση εργασίας του Χάρρυ Κλήβερ, την οποία και θα επεκτείνουμε):[6]

  • Πρωταρχική συσσώρευση → οι αγώνες περιστρέφονται γύρω από το αν θα επιβληθεί η μορφή-εμπόρευμα και αν θα περιέλθουν τα μέσα παραγωγής στην κατοχή της καπιταλιστικής τάξης. Το κεφάλαιο υπό τη μορφή του χρήματος και της κρατικής βίας εμφανίζεται αυτήν την περίοδο ως ο δημιουργός της εργατικής τάξης ως τάξη καθεαυτό. Οι αγώνες είναι αγώνες εναντίωσης στην προλεταριοποίηση και διαρκούν στην Αγγλία, στη χώρα που εστιάζει ο Μαρξ, χοντρικά ως τις αρχές του 19ου αι. Εξετάζονται με έναν πρωτότυπο αλλά ελλιπή τρόπο στο 24ο κεφάλαιο του πρώτου τόμου. Σε μεγάλο βαθμό πρόκειται για αδιαμεσολάβητες, εξεγερτικές πρακτικές ενάντια στην επιβολή της μισθωτής εργασίας. Την ίδια εποχή εμφανίζονται τα μεγάλα ουτοπικά κοινοτικά σχεδιάσματα που αποσκοπούν στην έμπρακτη κατάργηση της μισθωτής εργασίας.
  • Η εργάσιμη μέρα → στρατηγική της απόλυτης υπεραξίας → οι αγώνες αφορούν το πόσο και κάτω από ποιες συνθήκες θα δουλεύουμε. Μετά την επιτυχή επιβολή της μισθωτής εργασίας, εμφανίζονται συνδικαλιστικές–μεταρρυθμιστικές πρακτικές αγώνα που αρχικά συνυπάρχουν με τις εξεγερτικές πρακτικές και τους συνεργατικούς πειραματισμούς και βαθμιαία υπερισχύουν. Ο στόχος τους είναι η μείωση της εργάσιμης μέρας ως το 8ωρο. Διαρκούν χοντρικά ως το 1890 στην Αμερική, την Αγγλία και ορισμένες άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εξετάζονται με έναν εξίσου πρωτότυπο αλλά ελλιπή τρόπο στο 8ο κεφάλαιο του πρώτου τόμου.
  • Οι μηχανές → στρατηγική της σχετικής υπεραξίας → ισχυροποίηση συνδικάτων → οι αγώνες εστιάζονται στην τιμή πώλησης της εργατικής δύναμης. Στο τέταρτο, πέμπτο και έκτο μέρος του πρώτου τόμου (που αφορούν στην παραγωγή της σχετικής υπεραξίας και το μισθό της εργασίας), ο Μαρξ εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην τιμή της εργασιακής δύναμης και τις μεθόδους αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας από τη σκοπιά των καινοτομιών που εισάγουν ορισμένα ατομικά κεφάλαια στα πλαίσια του καπιταλιστικού ανταγωνισμού αλλά και ως αντίδραση στη σταδιακή μείωση της εργάσιμης μέρας. Η σημασία της ανάλυσης του Μαρξ για την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας, καθώς και αυτή του Ένγκελς για το κράτος ως συλλογικό καπιταλιστή, θα φανεί πολύ αργότερα μέσα στον 20ο αι., όταν το κεφάλαιο επιχείρησε να θεσμοποιήσει τη σχετική υπεραξία. Αυτό έγινε μέσω της κυριαρχίας των συνδικαλιστικών πρακτικών που, καλυμμένα ή απροκάλυπτα, προέβαλαν το αίτημα της συνδιαχείρισης του καπιταλισμού από το Κεφάλαιο και την Εργασία και την κεϋνσιανική σύνδεση μισθού-παραγωγικότητας. Τα αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής ήταν αρχικά θετικά για το κεφάλαιο και τα κέρδη του, καθώς η αύξηση της πρόσβασης της εργατικής τάξης σε μέσα συντήρησης και παραγωγής συνοδεύτηκε από την πλήρη αποδοχή της μορφής-εμπόρευμα. Η επανεμφάνιση όμως των εξεγερτικών πρακτικών μετά το 1968, με χαρακτηριστικό τους γνώρισμα ακόμα και την άρνηση της μισθωτής εργασίας –επικαλούμενες αυτήν τη φορά την τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας της κοινωνικής εργασίας και την ανάπτυξη της τεχνολογίας– οδήγησε σε μια έκρηξη όλων των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η επέκταση του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας σε παγκόσμιο επίπεδο μετά το 1890 και τα αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγηθεί σήμερα δεν θα μας απασχολήσουν εδώ.

Μια παρατήρηση μόνο σε σχέση με τους ιστορικούς κύκλους αγώνα: αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι η διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης είναι αέναη και οι διαδικασίες απόσπασης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας έχουν συνυπάρξει ιστορικά, από τον 19ο αι. και μετά, τότε σε μεγάλο βαθμό και οι παραπάνω μορφές αγώνα έχουν, σε διαφορετικές εποχές και χώρες, συνυπάρξει όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε σε επόμενα μαθήματα.

[1] Chris Arthur, The New Dialectic and Marx’s Capital, Leiden, 2004, σελ. 75.
[2] Adam Smith, Έρευνα για τη Φύση και τις Αιτίες του Πλούτου των Εθνών, Αθήνα, 2000, I.viii.8
[3] Ολόκληρη η φράση από το χειρόγραφο I. Feuerbach (1846), στο οποίο αναφέρεται ο Fracchia, έχει ως εξής: «Η πρώτη προϋπόθεση κάθε ανθρώπινης ιστορίας είναι, φυσικά, η ύπαρξη έμβιων ανθρώπινων ατόμων. Το πρώτο λοιπόν διαπιστώσιμο γεγονός είναι η σωματική οργάνωση αυτών των ατόμων και η σχέση τους προς την υπόλοιπη φύση, σχέση η οποία είναι δεδομένη μέσω αυτής της οργάνωσης». Κ. Μαρξ, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, Αθήνα, 2014, σελ. 466.
[4] Joseph Fracchia, The Capitalist Labour-Process and the Body in Pain: The Corporeal Depths of Marx’ s Concept of Immiseration, Historical Materialism #16.4, 2008, σελ. 38-41.
[5] Ό.π., σελ. 64-65.
[6] Βλ. Harry Cleaver, Reading Capital Politically, κεφ. 2: The Commodity Form, London, 1979.

You may also like...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *