Μάθημα 43ο: Αστεοποίηση του κόσμου και χωροχρονική δυναμική του καπιταλισμού, Α: Παραγωγή του χώρου και γαιοπρόσοδος

mathima-43

43ο ΜΑΘΗΜΑ

ΑΣΤΕΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ, Α: ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΓΑΙΟΠΡΟΣΟΔΟΣ

 

Η ανάδυση της νεωτερικής, καπιταλιστικής πόλης, δηλαδή η συγκέντρωση προλετάριων –βίαια απελευθερωμένων από τις προκαπιταλιστικές μορφές κοινωνικής αναπαραγωγής– και μέσων παραγωγής, ήταν μία δυναμική διαδικασία, άμεσα συσχετισμένη με την επιβολή και εν τέλει κυριαρχία των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το αστεακό (urban) τοπίο διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την έκβαση της ταξικής πάλης. Η περιήγησή μας στον μαρξικό λόγο περί αστεοποίησης (urbanization) ή αλλιώς περί της παραγωγής του χώρου υπό την καπιταλιστική προσταγή θα ξεκινήσει από τη Γερμανική Ιδεολογία, ένα έργο που άρχισαν να συγγράφουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς τη διετία 1845-46 και έμεινε ημιτελές. Για τους Μαρξ και Ένγκελς ο διαχωρισμός πόλης-υπαίθρου αντικατοπτρίζει το διαχωρισμό χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας:

O μεγαλύτερος καταμερισμός της υλικής και της πνευματικής εργασίας είναι ο διαχωρισμός της πόλης και της υπαίθρου. Η αντίθεση ανάμεσα σε πόλη και ύπαιθρο αρχίζει με το πέρασμα από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό, από τη φυλετική οργάνωση στο κράτος, από την τοπικότητα στο έθνος και διατρέχει ολόκληρη την ιστορία του πολιτισμού μέχρι τις μέρες μας… Ο διαχωρισμός πόλης και υπαίθρου μπορεί επίσης να γίνει κατανοητός σαν διαχωρισμός του κεφαλαίου και της γαιοκτησίας, σαν απαρχή της ύπαρξης και ανάπτυξης του κεφαλαίου ανεξάρτητα από τη γαιοκτησία, [σαν απαρχή] μιας ιδιοκτησίας που έχει τη βάση της μονάχα στην εργασία και την ανταλλαγή.[1]

Η αντίθεση λοιπόν μεταξύ πόλης και υπαίθρου:

μπορεί να υπάρχει μονάχα μέσα στα πλαίσια της ατομικής ιδιοκτησίας. Είναι η πιο χτυπητή έκφραση της υπαγωγής (subsumtion) του ατόμου στον καταμερισμό της εργασίας, της υπαγωγής του σε μια καθορισμένη δραστηριότητα που του επιβάλλεται αναγκαστικά. Αυτή η υποταγή κάνει τον ένα περιορισμένο ζώο της πόλης, τον άλλον περιορισμένο ζώο του χωριού και καθημερινά ξαναδημιουργεί την αντίθεση ανάμεσα στα συμφέροντα τους.[2]

Όσον αφορά τις πόλεις, σε αυτές:

αναδεικνύεται για πρώτη φορά η διαίρεση του πληθυσμού σε δυο μεγάλες τάξεις, η οποία βασίζεται άμεσα πάνω στον καταμερισμό της εργασίας και στα εργαλεία της παραγωγής. Η πόλη είναι το γεγονός της συγκέντρωσης του πληθυσμού, των εργαλείων παραγωγής, του κεφαλαίου, των απολαύσεων, των αναγκών, ενώ η ύπαιθρος απεικονίζει ακριβώς το αντίθετο γεγονός, την απομόνωση και την ερημιά.[3]

Μια συγκέντρωση, όμως, που έχει διπλό χαρακτήρα, καθώς από τη μία προωθεί την απομόνωση των προλετάριων, από την άλλη δημιουργεί τους υλικούς όρους για την χειραφέτησή τους:

Ο ανταγωνισμός απομονώνει τα άτομα το ένα από το άλλο, όχι μόνο τους αστούς, αλλά ακόμα περισσότερο τους προλετάριους, παρά το γεγονός ότι τους φέρνει κοντά. Χρειάζεται λοιπόν πολύς καιρός ώσπου να μπορέσουνε αυτά τα άτομα να ενωθούν, εκτός από το γεγονός ότι για να γίνει αυτή η ένωση –αν δεν πρόκειται να είναι απλώς τοπική– πρέπει πρώτα να δημιουργηθούν από τη μεγάλη βιομηχανία τα αναγκαία μέσα, οι μεγάλες βιομηχανικές πόλεις και οι φτηνές και γρήγορες επικοινωνίες.[4]

Για να εμποδιστεί λοιπόν το ενδεχόμενο η ανάπτυξη των πόλεων να οδηγήσει στην ένωση των προλετάριων, η αστική τάξη ανέπτυξε τις τεχνικές της βιοπολιτικής, όπως θα λέγαμε σήμερα. Έτσι, «η ύπαρξη της πόλης συνεπάγεται ταυτόχρονα την αναγκαιότητα της διοίκησης, της αστυνομίας, των φόρων κλπ., με λίγα λόγια της κοινοτικής οργάνωσης (Gemeindewesens) και επομένως της πολιτικής γενικά».[5]

Ο Μαρξ επανέρχεται στο ζήτημα της αστεοποίησης στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου. Εκεί με αφορμή την περιγραφή του γενικού νόμου της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης στην Αγγλία, ο Μαρξ, επηρεασμένος άλλωστε από την πολύ σημαντική μελέτη του Ένγκελς,[6] παραθέτει αποσπάσματα από μια κρατική υγειονομική αναφορά του 1864 για τις συνθήκες διαβίωσης του προλεταριάτου στα βρετανικά βιομηχανικά κέντρα:

Η κατοικία θα βρίσκεται εκεί που η στέγη είναι πιο φτηνή, σε συνοικίες όπου τα μέτρα της υγειονομικής αστυνομίας (sanitary supervision) είναι λιγότερo αποτελεσματικά, όπου υπάρχει η πιο αξιοθρήνητη αποχέτευση, η χειρότερη συγκοινωνία, η περισσότερη βρωμιά στους δρόμους, η πενιχρότερη και χειρότερη ύδρευση, και, στις πόλεις, η πιο μεγάλη έλλειψη φωτός και αέρα. Αυτοί είναι οι κίνδυνοι για την υγεία, στους οποίους είναι αναπόφευκτα εκτεθειμένη η φτώχεια, όταν η φτώχεια αυτή συνοδεύεται και από ανεπάρκεια τροφής»… Από την άλλη μεριά, ο καθένας ξέρει πως η ακρίβεια των κατοικιών είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ποιότητά τους και πως τα μεταλλεία της αθλιότητας τα εκμεταλλεύονται οι κερδοσκόποι ακινήτων με μεγαλύτερο κέρδος και μικρότερα έξοδα από ότι έχουν εκμεταλλευθεί ποτέ τα μεταλλεία αργύρου του Ποτόζι. Ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, επομένως και των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων ιδιοκτησίας γενικά, γίνεται εδώ τόσο χειροπιαστός, που ακόμα και οι επίσημες αγγλικές εκθέσεις σχετικά με αυτό το θέμα βρίθουν από ετερόδοξες επιθέσεις ενάντια στην «ιδιοκτησία και τα δικαιώματά της.[7]

Για τον Μαρξ, όπως άλλωστε και για τον Ένγκελς, οι ταχείς ρυθμοί αστεοποίησης και η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ άστεως και υπαίθρου είναι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης καθώς «κάθε αμερόληπτος παρατηρητής βλέπει πως όσο πιο μαζική είναι η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής, τόσο πιο μεγάλος είναι ο αντίστοιχος συνωστισμός εργατών στον ίδιο χώρο, πως επομένως όσο ταχύτερη είναι η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, τόσο πιο άθλιες είναι οι συνθήκες κατοικίας των εργατών».[8]

Επομένως, όπως έχουν ήδη αναφέρει στον πρώτο τόμο της Γερμανικής Ιδεολογίας: «η κατάργηση της αντίθεσης πόλης και υπαίθρου είναι ένας από τους πρώτους όρους της κοινότητας (Gemeinschaft), ένας όρος που πάλι εξαρτιέται από ένα πλήθος υλικών προϋποθέσεων και ο οποίος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο και μόνο επειδή το θέλουμε, όπως καθένας μπορεί να το δει με τη πρώτη ματιά».[9]

Η ταχεία αστεοποίηση κατά την εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής συνέβαλε με τη σειρά της στη δραστική μεταβολή του δομημένου τοπίου των πόλεων: ολόκληρες γειτονιές ισοπεδώθηκαν και στη θέση τους ορθώθηκαν μέγαρα και καταστήματα, πολυτελείς δρόμοι και σιδηρόδρομοι που διευκόλυναν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Ο Μαρξ, όπως και ο Ένγκελς πιο πριν από αυτόν,[10] έστρεψε την προσοχή του στις διαδικασίες κυριλοποίησης[11] των προλεταριακών φτωχογειτονιών:

Η «βελτίωση» (improvements) των πόλεων με την κατεδάφιση κακοχτισμένων συνοικιών, με την ανέγερση μεγάρων για τις τράπεζες, για τα εμπορικά καταστήματα κλπ., με το άνοιγμα δρόμων για τις εμπορικές μεταφορές και για τα αμάξια πολυτελείας, με την εισαγωγή ιππήλατων τροχιόδρομων κλπ., η «βελτίωση» αυτή που συνοδεύει την πρόοδο του πλούτου διώχνει ολοφάνερα τους φτωχούς σε διαρκώς χειρότερες και διαρκώς πιο πυκνοκατοικημένες τρώγλες.[12]

Και συνεχίζει:

Στο Λονδίνο ακόμα και το τμήμα της εργατικής τάξης που βρίσκεται σε σχετικά καλύτερη οικονομική κατάσταση, μαζί με τους μικρομαγαζάτορες και άλλα στοιχεία της μικροαστικής τάξης, υποκύπτει όλο και περισσότερο στην κατάρα αυτών των εξευτελιστικών συνθηκών στέγασης, στο μέτρο που προχωρούν οι «βελτιώσεις» και μαζί με αυτές η κατεδάφιση παλιών οδών και σπιτιών, στο μέτρο που πληθαίνουν οι φάμπρικες και μεγαλώνει το ρεύμα των ανθρώπων που συρρέουν στη μητρόπολη, τέλος στο μέτρο που ανεβαίνουν τα νοίκια μαζί με την αύξηση της αστεακής γαιοπροσόδου… Λόγω της κατασκευής σιδηροδρομικών γραμμών εντός της πόλης «είδαμε τελευταία στο Ανατολικό Λονδίνο πλήθος οικογένειες διωγμένες από τα παλιά σπίτια τους να περιπλανιούνται ένα σαββατόβραδο με φορτωμένα στην πλάτη τους τα λίγα επίγεια υπάρχοντά τους, χωρίς να μπορούν να βρουν άλλο καταφύγιο εκτός από το workhouse [εργατοκάτεργο]»… Όταν διώχνονται οι εργάτες με την καταστροφή των παλιών σπιτιών τους δεν εγκαταλείπουν την ενορία τους ή το πολύ-πολύ εγκαθίστανται στα σύνορά της, στη γειτονική ενορία… Είναι αυτονόητο πως κάθε μέτρο που παίρνει η υγειονομική αστυνομία (Gesundheitspolizei) και που, όπως γίνεται ως τώρα στο Λονδίνο, με την κατεδάφιση των ακατάλληλων σπιτιών διώχνει τους εργάτες από μια συνοικία, στην πράξη χρησιμεύει μόνο για να τους στοιβάξει ακόμα πιο πυκνά σε μιαν άλλη συνοικία.[13]

Ακόμη και εκεί όμως οι εκδιωγμένοι προλετάριοι δεν μπορούσαν να βρουν ησυχία, καθώς «τον εργάτη που τον πετάνε στο δρόμο μαζί με τη γυναίκα του, τα παιδιά του και τα υπάρχοντά του, και όταν στριμώχνεται κατά πολύ μεγάλες μάζες σε συνοικίες που η τοπική δημοτική αρχή ενδιαφέρεται να είναι ευπρεπείς, τον κυνηγάει η υγειονομική αστυνομία!».[14]

Η υγειονομική αστυνομία, λοιπόν, ήταν το μακρύ χέρι του κράτους, που αναλάμβανε την εκδίωξη των προλετάριων από τις άθλιες κατοικίες τους, κάτι διόλου περίεργο αν αναλογιστεί κανείς τον φόβο των αστών μπροστά στο ενδεχόμενο εκδήλωσης μολυσματικών ασθενειών που θα μπορούσαν να απειλήσουν και τους ίδιους. Επ’ αυτού ο Μαρξ παραθέτει τα λόγια του γιατρού Έμπλτον, του Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων του Νιούκασλ, το 1865:

Τα σπίτια όπου κατοικούν συνήθως οι εργάτες βρίσκονται σε κλειστά σοκάκια και αυλές. Από την άποψη του φωτός, του αέρα, του χώρου και της καθαριότητας είναι σωστά υποδείγματα ανεπάρκειας και ανθυγιεινών συνθηκών και αποτελούν όνειδος για κάθε πολιτισμένη χώρα. Στα σπίτια αυτά μένουν τη νύχτα ανάκατα άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Όσο για τους άνδρες, η νυχτερινή βάρδια ακολουθεί τη βάρδια της ημέρας με ακατάπαυστη ροή, έτσι που τα κρεβάτια δεν προλαβαίνουν καλά-καλά να κρυώσουν.[15]

Ενώ ο γιατρός Μπελ, τον οποίο επίσης παραθέτει ο Μαρξ, σημειώνει την ίδια χρονιά:

Τα κρεβάτια και με τη λέξη αυτή εννοώ κάθε σωρό βρώμικα κουρέλια ή κάθε χούφτα ροκανίδια, δέχονται κατά μέσο όρο 3,3 πρόσωπα και μερικά 4 και 6 πρόσωπα το καθένα την ημέρα. Πολλοί κοιμούνται χωρίς κρεβάτι πάνω στο γυμνό πάτωμα χωρίς να γδύνονται, νέοι άνδρες και γυναίκες, παντρεμένοι και ανύπαντροι, όλοι τους σε ένα παρδαλό ανακάτωμα. Χρειάζεται μήπως να προσθέσουμε ακόμα πως τα ενδιαιτήματα αυτά είναι συνήθως σκοτεινές, υγρές, ακάθαρτες, βρωμερές τρώγλες, τελείως ακατάλληλες για κατοικία ανθρώπων; Είναι οι εστίες απ’ όπου ξεκινούν οι αρρώστιες και ο θάνατος, που αρπάζουν τα θύματά τους ακόμα και από τους οικονομικά ευκατάστατους που επέτρεψαν σε αυτά τα αποστήματα να πυορροούν ανάμεσά μας.[16]

Πίσω από αυτή την ανησυχία των πιο προοδευτικών ή έστω φιλάνθρωπων αστών κρυβόταν μια γενικότερη προβληματική σχετικά με την εξασφάλιση της αναπαραγωγής και της πειθάρχησης της εργασιακής δύναμης, απαράβατη προϋπόθεση για την επέκταση της κεφαλαιακής συσσώρευσης. Η ανάγκη ορθολογικότερου και αποτελεσματικότερου βιοπολιτικού ελέγχου «προκάλεσε από το 1847 ως το 1864 όχι λιγότερες από 10 κοινοβουλευτικές πράξεις σχετικά με την υγειονομική αστυνομία, ενώ σε μερικές πόλεις, όπως στο Λίβερπουλ, στη Γλασκώβη κλπ., οι τρομαγμένοι αστοί επενέβησαν στον τομέα αυτό μέσω των δημοτικών αρχών τους».[17]

Αυτή η ισοπέδωση ολόκληρων γειτονιών στο όνομα της υγιεινής και της «προόδου» –στην πραγματικότητα στο όνομα του ελέγχου των προλετάριων και της αποτελεσματικότερης ενσωμάτωσής τους στην καπιταλιστική συνθήκη– από την άλλη διευκόλυνε τα κερδοσκοπικά παιχνίδια των κεφαλαιοκρατών, οι οποίοι επέλεγαν να επενδύσουν σε οικόπεδα/κτήρια ρημαγμένων περιοχών αναμένοντας τα χαρμόσυνα νέα από την πολεοδομία ή την υγειονομική αστυνομία:

Στο Λονδίνο δεν υπάρχει σχεδόν ούτε ένα ακίνητο που να μην επιβαρύνεται με ένα σωρό «middlemen» [μεσίτες]. Γιατί η τιμή της γης στο Λονδίνο είναι πάντα πολύ υψηλή σε σύγκριση με τις ετήσιες προσόδους της, γιατί κάθε αγοραστής υπολογίζει πως αργά ή γρήγορα θα την ξαναπουλήσει σε jury price (σε τιμή που την καθορίζουν ένορκοι, όταν γίνονται απαλλοτριώσεις) ή πως θα πετύχει μια εξαιρετική αύξηση της τιμής της με την γειτνίαση κάποιας μεγάλης επιχείρησης. Το αποτέλεσμα είναι η διεξαγωγή κανονικού εμπορίου με την αγορά συμβολαίων ενοικίασης που πλησιάζει η λήξη τους… Ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου, ο σπιτονοικοκύρης, ο επιχειρηματίας, όταν απαλλοτριώνεται η ιδιοκτησία τους λόγω «improvements» [βελτιώσεων], όπως είναι η κατασκευή μιας σιδηροδρομικής γραμμής, το άνοιγμα δρόμων κλπ., όχι μόνο εισπράττουν πλέρια αποζημίωση, μα επιπλέον εν ονόματι του θεού και του νόμου πρέπει να τους παρηγορήσουν για την αναγκαστική «απάρνησή» τους, παραχωρώντας τους και ένα σημαντικό κέρδος.[18]

Η παραπάνω ανάλυση του Μαρξ προϋποθέτει μια έννοια την οποία είχε αρχικά αναπτύξει στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844 και στην οποία επανέρχεται στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου: την έννοια της αστεακής και αγροτικής γαιοπροσόδου.[19] Η θεωρία του Μαρξ αποτελεί ταυτόχρονα συνέχεια και ανασκευή των θεωριών του Ρικάρντο αναφορικά με το ενοίκιο, όπως αυτές διατυπώθηκαν στο On The Principles Of Political Economy And Taxation το 1817. Η νεοκλασική σχολή της πολιτικής οικονομίας, που διαδέχτηκε τους Ρικάρντο και Σμιθ, δεν μπορούσε παρά να παρουσιάσει τη γαιοπρόσοδο με έναν ακόμη πιο μυστικοποιημένο τρόπο. Σύμφωνα με την προσέγγιση της κατά Μαρξ «χυδαίας πολιτικής οικονομίας», η γη αποτελεί έναν από τους τρεις συντελεστές της παραγωγής (μαζί με το κεφάλαιο και την εργασία) και άρα η γαιοπρόσοδος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η «φυσική αμοιβή» της γης για τη συμμετοχή της στην παραγωγική διαδικασία.

Η κριτική οπτική του Μαρξ κατόρθωσε να ξεγυμνώσει αυτές τις φυσιοκρατικές αντιλήψεις, που δικαίωναν την επιβολή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είδαμε στο αντίστοιχο μάθημα για την αξία, ότι αξία έχουν εκείνα τα προϊόντα στα οποία παρασταίνεται μια ποσότητα ανθρώπινης (αφηρημένης) εργασίας γενικά, επομένως ένα κομμάτι γης δεν έχει αξία, αλλά τιμή, η οποία είναι η κεφαλοποιημένη γαιοπρόσοδος. Έτσι ενώ ο μισθός των προλετάριων αντιστοιχεί σε ένα μέρος της συνολικής κοινωνικής αξίας που πραγματοποιείται στη συνολική παραγωγική διαδικασία, η γαιοπρόσοδος αντιστοιχεί στην «κλοπή» από τους ιδιοκτήτες της γης μέρους της παραχθείσας υπεραξίας, «κλοπή» που θεμελιώνεται στο δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας.

Για τον Μαρξ η γαιοπρόσοδος διακρίνεται σε δύο μορφές: την απόλυτη και τη διαφορική. Η πρώτη οφείλεται στο μονοπωλιακό δικαίωμα του ιδιοκτήτη της γης να μην την παραχωρεί, έως ότου να μπορεί να αποκομίσει ικανοποιητικό κέρδος, ενώ η δεύτερη οφείλεται είτε στην εκμετάλλευση των φυσικών χαρακτηριστικών της γης, όπως η γονιμότητα του εδάφους ή η χωροθέτησή του (διαφορική γαιοπρόσοδος Ι) είτε στην εντατικότερη εκμετάλλευσή της (διαφορική γαιοπρόσοδος ΙΙ). Αξίζει να σημειώσουμε πως παρόλο που η ανάλυση του Μαρξ περιγράφει διαδικασίες εκμετάλλευσης της αγροτικής γης, ο ίδιος επέκτεινε, αν και όχι διεξοδικά, την ισχύ της και στον αστεακό χώρο, καθώς θεωρούσε ότι οι νόμοι που διέπουν την αγροτική διαφορική γαιοπρόσοδο εγκαθίστανται παντού με τον ίδιο τρόπο.

Έτσι, ο Μαρξ άνοιξε το δρόμο για τη σύγχρονη μαρξιστική θεωρία σε σχέση με την παραγωγή του χώρου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μαρξ συνέδεε την τελευταία με τον χρόνο. Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, παραδείγματος χάρη, κάνει μια σημαντική, αν και ανεπαρκώς αναπτυγμένη, διαπίστωση, ότι «εξαιτίας των παλιρροιών κεφαλαίου και εργασίας, οι συνθήκες κατοικίας μιας βιομηχανικής πόλης μπορούν να είναι σήμερα υποφερτές και αύριο απαίσιες».[20]

Ο Μαρξ, επομένως, διέκρινε μια χωροχρονική διάσταση στις διαδικασίες αστεοποίησης –άρα και της καπιταλιστικής ανάπτυξης–, θέτοντας τις βάσεις για την εκδίπλωση εξαιρετικά σημαντικών αναλύσεων, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Αν και η μαρξιστική παράδοση δεν αγνοούσε τη γεωγραφική δυναμική του καπιταλισμού,[21] η ανάπτυξη της ριζοσπαστικής γεωγραφίας, κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’60, οδήγησε στην σταδιακή ενσωμάτωση της παραμέτρου του γεωγραφικού χώρου στις αναλύσεις που αφορούσαν την εκδήλωση των καπιταλιστικών κρίσεων, την ιμπεριαλιστική εξάπλωση, τα χωρικά πρότυπα της άνισης ανάπτυξης και τη σχέση τους με τις διαδικασίες αναδιάρθωσης του κεφαλαίου, τον κοινωνικό αποκλεισμό στο εσωτερικό των πόλεων κλπ. Η ριζοσπαστική σχολή των γεωγράφων ήταν επηρεασμένη άμεσα από την εξάπλωση της ταξικής σύγκρουσης και στη σφαίρα της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, βασίστηκε όμως και στη θεωρία που ανέπτυξε ο Henri Lefebvre για την παραγωγή του χώρου, τα κύρια σημεία της οποίας θα παρουσιάσουμε ευθύς αμέσως.

Ο Lefebvre ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την έννοια της παραγωγής του χώρου. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο Lefebvre αναφέρεται στην παραγωγή νέου αστεακού χώρου, η οποία προκαλείται από τη σταδιακή εξάπλωση των πόλεων και την αστεοποίηση της υπαίθρου. Αυτή η έκρηξη της αστεοποίησης, θεωρεί, ήταν το μέσο που επέτρεπε στον καπιταλισμό να διοχετεύει τα πλεονασματικά του κεφάλαια στο δομημένο περιβάλλον με στόχο την επέκταση του κύκλου συσσώρευσης –θέση που, όπως θα δούμε παρακάτω, αναπτύσσει περαιτέρω ο David Harvey μερικά χρόνια αργότερα–, ενώ η συλλογική κατανάλωση του αστεακού χώρου (κατοικία, πρόνοια, εκπαίδευση, αναψυχή κλπ.) ήταν το μέσο για την εκτόνωση των κοινωνικών εντάσεων και την ιδεολογική νομιμοποίηση της εκμεταλλευτικής φύσης του καπιταλισμού – άρα το μέσο για την αναπαραγωγή των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων. Ο Lefebvre θεωρούσε ότι, εκτός των άλλων, είναι και μέσω αυτής της κοινωνικής παραγωγής του χώρου και της συλλογικής του κατανάλωσης που καταφέρνει και επιβιώνει ο καπιταλισμός. Γράφει χαρακτηριστικά στο Δικαίωμα στην Πόλη:

Ας θέσουμε το ερώτημα: «Πώς διατηρήθηκε ο καπιταλισμός στις μεγάλες βιομηχανικές χώρες, ενώ τον απειλούσε η εργατική τάξη και ενώ οι κρίσεις και οι πόλεμοι (που προκλήθηκαν από αυτόν) έτειναν να τον καταστρέψουν;» Ή με καθαρά μαρξιστικούς όρους: «Πώς πραγματοποιήθηκε και πραγματοποιείται η αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής;»… Σε αυτές τις ερωτήσεις υπάρχουν ήδη γνωστές απαντήσεις. Άλλοι λένε ακόμα πως ο καπιταλισμός διατηρείται από την ιδεολογική πίεση, από αυτό που ορισμένοι αποκαλούν ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους. Άλλοι λένε πως οι νέες παραγωγικές σχέσεις θεμελιώνονται διαμέσου της πολιτικής οδού και εγκαθιδρύονται με πολιτικά μέσα. Καμία από αυτές τις εξηγήσεις δεν μου φαίνεται ικανοποιητική και ζητώ να τις σκεφτούμε. Κατά τη γνώμη μου, οι κοινωνικές σχέσεις στον καπιταλισμό, δηλαδή οι σχέσεις εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, διατηρούνται από και μέσα σε ολόκληρο το χώρο, από και μέσα στον οργανικό χώρο.[22]

Ο χώρος, κατά τον Lefebvre, συγκεντρώνει πολλές διαφορετικές πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας όπως:

  • Χώρος ως φυσικό πλαίσιο ύπαρξης της ανθρώπινης κοινωνίας
  • Χώρος ως έκφραση και συμπύκνωση σχέσεων ιδιοκτησίας
  • Χώρος ως περιοχή έκφρασης υπαρξιακής ελευθερίας
  • Χώρος ως νοητική έκφραση και αναπαράσταση
  • Χώρος ως γεωγραφικός τόπος κοινωνικής δράσης και ως κοινωνική δυνατότητα της εν λόγω δράσης
  • Χώρος ως μέσο παραγωγής και τμήμα των παραγωγικών δυνάμεων
  • Χώρος ως αντικείμενο συλλογικής κατανάλωσης
  • Χώρος ως πολιτικό εργαλείο και πεδίο ταξικής πάλης

Ενώ, ταυτόχρονα, αξίζει να σημειώσουμε ότι για τον Lefebvre:

  1. Ο χώρος είναι κοινωνικός, δηλαδή παράγεται και καταναλώνεται κοινωνικά και άρα όλα όσα εμφανίζονται ως χωρικά φαινόμενα δεν είναι παρά εκφράσεις βαθύτερων κοινωνικών φαινομένων·
  2. Ο χώρος δεν είναι το «παθητικό» προϊόν των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων, αλλά, αντίθετα, ένα «ενεργητικό» στοιχείο με βασικό ρόλο στη διαμόρφωση και αναπαραγωγή των σχέσεων αυτών·
  3. Η κατανόηση της δυναμικής του σύγχρονου καπιταλισμού (αλλά και εν γένει της ιστορικής του εξέλιξης) παραμένει ελλιπής χωρίς την ενσωμάτωση της χωρικής δυναμικής.

Πέρα από την όποια κριτική θα μπορούσε να γίνει στον Lefebvre, κριτική που αφορά το γεγονός ότι σε πολλά σημεία μετατοπίζει την κυρίαρχη αντίθεση του καπιταλισμού, δηλαδή την αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, σε αντιθέσεις που ούτως ή άλλως υπάρχουν μέσα στον αστεακό χώρο, δεν θα μπορούσε κανείς να παραβλέψει το γεγονός ότι χάρη στη δική του ανάλυση ο χώρος (γεωγραφία) έγινε εννοιακά ισότιμος με το χρόνο (ιστορία) και άρχισε να παίζει έναν εξίσου σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να κατανοούμε τη σύγχρονη καπιταλιστική δυναμική.

Την ίδια περίοδο, πέρα από την προσέγγιση του Lefebvre και σε αντιδιαστολή προς αυτή, αναπτύχθηκε η λεγόμενη στρουκτουραλιστική μαρξιστική προσέγγιση για τον χώρο εν γένει και ειδικά για το αστεακό φαινόμενο. Κύριος εκφραστής της ήταν ο Castells. Βασική του θέση ήταν ότι δεν μπορούμε να σχηματίσουμε μία ειδική θεωρία για τον χώρο αλλά θα πρέπει να προσπαθήσουμε να τον κατανοήσουμε υπό το πρίσμα μιας γενικότερης θεωρίας για τον καπιταλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό, η οποία συν τις άλλοις επεκτείνεται και στο επίπεδο του χώρου. Αναλυτικότερα, ο Castells κινήθηκε στα πλαίσια της προβληματικής του Althusser, o οποίος διέκρινε τρία σχετικά αυτόνομα επίπεδα στο οικοδόμημα του καπιταλισμού:

  • Το οικονομικό επίπεδο – όλα τα μέσα και τις σχέσεις που καθιστούν δυνατές την παραγωγή, την ανταλλαγή, την κυκλοφορία και την κατανάλωση των εμπορευμάτων (υλικά και άυλα)·
  • Το πολιτικό-νομικό επίπεδο – όλο το θεσμικό και νομικό πλαίσιο που επιτρέπει στον καπιταλισμό να διατηρεί τη λειτουργική του ενότητα (κυριαρχία-ρύθμιση, ενσωμάτωση-καταπίεση)·
  • Το ιδεολογικό επίπεδο – όλα τα στοιχεία και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί που κάνουν δυνατή τη νομιμοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος (εκκλησία, σχολείο, ΜΜΕ κλπ.)

Ο Castells προσπάθησε, λοιπόν, να αντιστοιχήσει τα τρία παραπάνω επίπεδα στον αστεακό χώρο και τις λειτουργίες του.[23] Το οικονομικό επίπεδο αντανακλάται στις συνθήκες και στο δομημένο πλαίσιο της αναπαραγωγής του εργατικού δυναμικού στις πόλεις. Τα μέσα παραγωγής (εργοστάσια, παραγωγικές υποδομές κλπ.) αντιστοιχούν σε επενδύσεις στην περιφερειακή κλίμακα, ενώ ο ρόλος της πόλης περιορίζεται σε αυτόν της συγκέντρωσης, σε τοπικό επίπεδο, μέσων συλλογικής κατανάλωσης (σχολεία, κατοικίες, νοσοκομεία, πρόνοια), με στόχο τη διευρυμένη αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού. Το πολιτικό-νομικό επίπεδο αντανακλάται στο θεσμικό πλαίσιο και τους μηχανισμούς που διέπουν τον αστεακό σχεδιασμό και στις αρμοδιότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τέλος, το ιδεολογικό οργανώνει τον αστεακό χώρο μέσω ενός συστήματος συμβολικών δομών που εμπεριέχουν ιδεολογικά στοιχεία και που εκφράζουν τις κυρίαρχες κοινωνικές πρακτικές και τους συσχετισμούς εξουσίας (πχ μνημειακή αρχιτεκτονική, αμυντικές οχυρώσεις κτηρίων κλπ.).

O Castells υπογράμμισε την ιδιαίτερη βαρύτητα του οικονομικού πεδίου στη διάρθρωση της καπιταλιστικής πόλης, ενώ κατ’ αυτόν τα λεγόμενα αστεακά προβλήματα δεν είναι παρά προβλήματα που περιστρέφονται γύρω από τη συλλογική κατανάλωση. Από τα παραπάνω είναι εμφανείς οι αδυναμίες της θεωρίας του Castells, καθώς δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αναπαραγωγική διαδικασία παρά στη σφαίρα της παραγωγής. Συγχρόνως η αυστηρή δομή κοινωνίας-χώρου που φαίνεται να υιοθετεί καταλήγει σε άκαμπτα σχήματα, τα οποία μπορεί εν τέλει να ερμήνευαν ορισμένα –πολύ περιορισμένα– παραδείγματα πόλεων, δεν μπόρεσαν όμως να λάβουν υπόψη τις δυναμικές που ο ίδιος ο χώρος μπορεί να δημιουργήσει.

Ένας άλλος σημαντικός γεωγράφος, που εν μέρει βασίστηκε στο έργο του Lefebvre σχετικά με τις διαφορετικές πτυχές του χώρου, είναι ο David Harvey. Διακρίνοντας το χώρο σε τρία επίπεδα, τον απόλυτο (βλ. ο χώρος με τη φυσική του έννοια), το σχετικό (βλ. ο χώρος ως συνάρτηση κάποιας άλλης μεταβλητής, κυρίως του χρόνου) και το σχεσιακό (βλ. ατμοσφαιρική ρύπανση), ο Harvey κατασκευάζει έναν σχετικά φορμαλιστικό πίνακα (βλ Πίνακας 1) που αποτυπώνει τη σχέση μεταξύ των τριών επιπέδων που αυτός προτείνει και των πτυχών που λαμβάνει ο χώρος στην αντίληψη του Lefebvre (ο χώρος ως φυσικό πλαίσιο ύπαρξης της ανθρώπινης κοινωνίας, ως νοητική έκφραση και ως αναπαράσταση). Στη συνέχεια ανακατασκευάζει αυτόν τον πίνακα βάσει της μαρξικής λογικής (βλ. Πίνακας 2) και προκαλεί τον αναγνώστη να μετακινηθεί οριζόντια ή κάθετα και να βάλει τη φαντασία του και την αναλυτική του σκέψη να δουλέψει.[24]

mathima43-pinakas1

Πίνακας 1

new-file

Πίνακας 2

Η σημαντικότερη, ίσως, θεωρητική συνεισφορά του Harvey ήταν η ανάπτυξη της έννοιας της χωρο-χρονικής διεξόδου (spatio-temporal fix), η οποία αναφέρεται στην αναβολή της εκδήλωσης της παγκόσμιας κρίσης υπερσυσσώρευσης.[25] Ο Χάρβεϋ ισχυρίστηκε ότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να συμβεί είτε με την επένδυση του πλεονάζοντος κεφαλαίου στις νέες αγορές που δημιουργούνται μέσω της ιμπεριαλιστικής επέκτασης στο χώρο, είτε με την μετάθεση στο χρόνο της πραγματοποίησης του κέρδους μέσω της επέκτασης του χρηματοπιστωτικού και κτηματομεσιτικού τομέα.

Τέλος, θα αναφερθούμε σε μια μεταγενέστερη, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, προσέγγιση του αστεακού φαινομένου, αυτή που ανέπτυξε ο Gordon.[26] Ο Gordon προσπάθησε να κατανοήσει την ιστορική αναδιάρθρωση των αμερικανικών πόλεων μέσα από την ανάλυση των σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας και την πορεία της ταξικής σύγκρουσης. Βασικό στοιχείο της ανάλυσής του είναι η αντίληψη ότι η ιστορική ανάπτυξη του καπιταλισμού και η συσσώρευση κεφαλαίου διήλθαν από συγκεκριμένες φάσεις, κάθε μία από τις οποίες αντιστοιχούσε σε μία ορισμένη και χαρακτηριστική αστεακή δομή. Η μετάβαση από τη μία φάση στην άλλη αναδιαρθρώνει και τη δομή των πόλεων ή τουλάχιστον δημιουργεί δυναμικές αναδιάρθρωσής τους.

Ο Gordon αναγνωρίζει τρεις διακριτές φάσεις που διήλθε ο καπιταλισμός:

  • Η φάση του εμπορικού καπιταλισμού
  • Η φάση του βιομηχανικού καπιταλισμού
  • Η φάση του εταιρικού ή μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Κατά τη φάση του εμπορικού καπιταλισμού κινητήρια δύναμη της οικονομίας ήταν το εμπορικό κεφάλαιο που απαιτούσε ένα δίκτυο από πόλεις-λιμάνια. Βασικές λειτουργίες αυτών των πόλεων ήταν οι διοικητικές και οι διαμετακομιστικές. Οι υπόλοιπες δραστηριότητες ήταν διασκορπισμένες περιμετρικά, στην περιφέρεια των πόλεων. Η ενδοαστεακή διάρθρωση αυτών των πόλεων (με εξαίρεση το λιμάνι και το κέντρο υπηρεσιών) χαρακτηρίζεται από έλλειψη οριζόντιας διαφοροποίησης μεταξύ κατοικίας και χώρου εργασίας, όπως επίσης και από χαμηλό χωρικό διαχωρισμό των ευπορότερων στρωμάτων από τα φτωχότερα. Σύμφωνα με τον Gordon η έλλειψη διαχωρισμού ήταν και η αιτία που αυτό το κυρίαρχο, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, μοντέλο αμερικανικής πόλης σταδιακά εξαφανίστηκε. Θεωρεί ότι οι αντιθέσεις που δημιουργούσε η αυξανόμενη ανισότητα εισοδήματος, καταναλωτικής δύναμης και επιπέδου ζωής σε συνδυασμό με την άμεση γεωγραφική γειτνίαση των εύπορων εμπορικών οικογενειών με τα λαϊκά στρώματα ήταν η γενεσιουργός αιτία των εξεγέρσεων που ξέσπασαν στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις τις δεκαετίες του 1820 και του 1830. Οι εξεγέρσεις αυτές διατάραξαν την ομαλή λειτουργία του συστήματος του εμπορικού κεφαλαίου και δημιούργησαν πιέσεις αναδιάρθρωσης, δηλαδή πιέσεις για νέους όρους ελέγχου της εργασίας από το κεφάλαιο στο πλαίσιο της διαδικασίας συσσώρευσης.

Πριν από τα τέλη του 19ου αιώνα η εμπορική πόλη είχε ριζικά αναδιαρθρωθεί και αυτό οφείλεται στη μετάβαση από τον εμπορικό στον βιομηχανικό καπιταλισμό που στις αμερικανικές πόλεις πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1850-1870. Οι μεγάλες εμπορικές πόλεις, με το πλεόνασμα εργατικού δυναμικού αλλά και το σημαντικό πλήθος υποδομών και υπηρεσιών που διέθεταν, αποτέλεσαν τους πόλους έλξης του βιομηχανικού κεφαλαίου, το οποίο συγκροτούσε τη νέα δύναμη της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Ο Gordon σε αντίθεση με τις κυρίαρχες ερμηνείες για τη συγκέντρωση βιομηχανιών (βλ. ανάγκη γειτνίασης εργοστασίων και εργατικού δυναμικού, αξιοποίηση μεταφορικών υποδομών, ανάγκη εγγύτητας με προμηθευτές εξοπλισμού και άλλων ενδιάμεσων υλικών, ανάγκη εγγύτητας στους τόπους κατανάλωσης) θεωρεί ότι όλοι οι παραπάνω παράγοντες που δημιουργούν εξωτερικές οικονομίες κλίμακας δεν μπορούν να εξηγήσουν τη συνεχιζόμενη συγκέντρωση βιομηχανιών στις πόλεις. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο βασικός λόγος αυτής της συνεχιζόμενης συγκέντρωσης ήταν η ανάγκη του κεφαλαίου να ασκήσει αποτελεσματικότερο έλεγχο πάνω στην εργασία κατά τη διαδικασία της παραγωγής.

Η εσωτερική δομή της πόλης αλλάζει σε σχέση με την εμπορική πόλη, καθώς η νέα πόλη χαρακτηρίζεται από τη:

  1. Συγκέντρωση των μεγάλων βιομηχανιών σε κεντρικές περιοχές
  2. Ανάπτυξη εργατικών κατοικιών στις παρυφές των βιομηχανικών συγκεντρώσεων (εύκολη πρόσβαση εργατών στη δουλειά)
  3. Περιοχές κατοικίας μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων σε προάστια με καλή μεταφορική σύνδεση με το κέντρο
  4. Ανάπτυξη εμπορικών δομών σε θύλακες του κέντρου της πόλης.

Όμως και αυτό το μοντέλο σταδιακά φθίνει, από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά, εξαιτίας μια σειράς εσωτερικών εντάσεων, μεταξύ των οποίων ο Gordon συμπεριλαμβάνει την επέκταση της συνδικαλιστικής οργάνωσης και την αύξηση της μαχητικότητας των εργατών, που ευνοήθηκαν από την εγγύτητα των χώρων εργασίας με τους χώρους κατοικίας. Οι αναταραχές και οι απεργίες που ξέσπασαν τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 19ου και στις αρχές το 20ου αιώνα (Wobblies κλπ.) και ο κίνδυνος στον οποίο τέθηκε ο αποτελεσματικός έλεγχος της εργασίας από το κεφάλαιο ανάγκασε τους βιομήχανους να αντιδράσουν πραγματοποιώντας μαζικές μετεγκαταστάσεις και διασπορά των εργοστασίων τους στα προάστια με στόχο τη διάσπαση της εγγύτητας των εργατών.

Καθώς ο καπιταλισμός άρχισε, από τα μέσα του 20ου αιώνα και μετά, να εισέρχεται στη φάση της, σύμφωνα με τον Gordon, εταιρικής συσσώρευσης (corporate accumulation), παρατηρήθηκαν ραγδαίες αλλαγές στην δομή των πόλεων. Οι πρώην κεντρικές βιομηχανικές περιοχές μεταβάλλονται σε ζώνες γραφείων και άλλων μη βιομηχανικών χρήσεων (βλ. τριτογενής τομέας). Η πόλη κατακερματίζεται κοινωνικά και γεωγραφικά ακόμη περισσότερο σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Τα προάστια αναπτύσσονται και διαφοροποιούνται σε σχέση με το εισοδηματικό επίπεδο και τον τρόπο ζωής των κατοίκων τους. Δημιουργούνται ιδιωτικές κηπουπόλεις για τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα ενώ οι παραγωγικές μονάδες εγκαθίστανται σε ειδικά οργανωμένες προαστιακές ζώνες (βλ. βιομηχανικά πάρκα) που χωροθετούνται κοντά στους κύριους μεταφορικούς άξονες. Στις ίδιες αυτές ζώνες δημιουργούνται και εμπορικά κέντρα για την εξυπηρέτηση των αναγκών του όλο και αυξανόμενου πληθυσμού τους.

Όλα τα παραπάνω αναμφίβολα αποτελούν μια σχετικά πειστική ερμηνεία των αναδιαρθρώσεων που παρατηρήθηκαν στις αμερικανικές μητροπόλεις. Όμως η αμερικανική εμπειρία δεν μπορεί να γενικευτεί και να αποτελέσει εκείνο το πρότυπο, βάσει του οποίου θα δομηθεί μια συνολική θεωρία για την αστεακή δυναμική του καπιταλισμού. Όσο χρήσιμη κι αν είναι εξάλλου η ανάδειξη της αναδιάρθρωσης των πόλεων βάσει της σύγκρουσης κεφαλαίου και εργασίας, άλλο τόσο είναι ελλιπής καθώς δεν λαμβάνει υπόψη μια σειρά από σημαντικούς παράγοντες, όπως οι διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων, ο νέος διεθνής καταμερισμός της εργασίας (βλ. ανταγωνισμός μεταξύ των πόλεων για την προσέλκυση επενδύσεων), οι κρατικές πολιτικές κλπ.

[1] Μαρξ & Ένγκελς, Γερμανική Ιδεολογία, τόμος Ι, Αθήνα, 1974, σελ. 99-100.
[2] Ό.π., σελ. 100, η έμφαση δική μας.
[3] Ό.π., σελ. 100.
[4] Ό.π., σελ. 112.
[5] Ό.π., σελ. 100, η έμφαση δική μας.
[6] Βλ. Φρήντριχ Ένγκελς, Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία [1845], Αθήνα, χ.χ.
[7] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος Ι, σελ. 681-2.
[8] Ό.π., σελ. 681.
[9] Μαρξ & Ένγκελς, ό.π., σελ. 100.
[10] Ο Ένγκελς τόσο στην Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία, όσο και σε μια μεταγενέστερη μελέτη με τίτλο Το Ζήτημα της Κατοικίας (1872) κάνει άμεσες αναφορές στο φαινόμενο της διάλυσης ολόκληρων παραγκουπόλεων στο εσωτερικό των αναπτυσσόμενων βιομηχανικών κέντρων, είτε για λόγους ελέγχου του πληθυσμού είτε για να στηθούν στη θέση τους έργα υποδομής είτε για να οικοδομηθούν εμπορικά κέντρα και πολυτελή μέγαρα.
[11] Περισσότερα περί του περιεχομένου του όρου «κυριλοποίηση» στο επόμενο μάθημα.
[12] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος Ι, σελ. 681-2.
[13] Ό.π., σελ. 683-4.
[14] Ό.π., σελ. 685.
[15] Ό.π., σελ. 685-6.
[16] Ό.π., σελ. 686-7.
[17] Ό.π., σελ. 682.
[18] Ό.π., σελ. 683-5.
[19] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος ΙΙΙ, σελ.765-999.
[20] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος Ι, σελ. 686.
[21] Ενδεικτικά βλ. Β. Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός: ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού [1917]· Ρ. Λούξεμπουργκ, Η συσσώρευση του κεφαλαίου [1913]· Ν. Μπουχάριν, Ιμπεριαλισμός και παγκόσμια οικονομία [1915]. Περισσότερα επ’ αυτού στο επόμενο μάθημα.
[22] Ανρί Λεφέβρ, Δικαίωμα στην Πόλη, Αθήνα, 1977, σελ. 316.
[23] Βλ. Manuel Castells, The Urban Question, London, 1977.
[24] Βλ. David Harvey, Spaces of neoliberalization (Towards a Theory of Uneven Geographical Development), Stuttgart, 2005, σελ. 105, 111. Παρακάτω χρησιμοποιείται η ελληνική μετάφραση των πινάκων από το περιοδικό Γεωγραφίες, νο. 10, 2005, σελ. 32-33.
[25] Βλ. Ντέηβιντ Χάρβεϋ, Ο Νέος Ιμπεριαλισμός, Αθήνα, 2006. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ τη διπλή σημασία της έννοιας fix που χρησιμοποιεί ο Χάρβεϋ: από την μία πρόκειται περί μιας διόρθωσης ή λύσης (fix), από την άλλη αυτή η διόρθωση/λύση παραμένει «ακινητοποιημένη»/«βυθισμένη» (fixed) στον χώρο, άρα πιο «εκτεθειμένη» στην κίνηση αξιοποίησης/απαξίωσης του κεφαλαίου. Περισσότερα επ’ αυτού, όμως, στο επόμενο μάθημα.
[26] Βλ. David Gordon, Capitalist Development and the History of American Cities, στο Tabb & Sawers (eds.), Marxism and the Metropolis, Oxford, 1984.

You may also like...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *